toggle
-
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ ανέδειξαν την αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στο Ισραήλ τόσο στους Δημοκρατικούς όσο και στους Ρεπουμπλικανούς.
-
Οι δηλώσεις Τραμπ για διακοπή στρατιωτικής βοήθειας περίπου 4 δισ. δολαρίων και οι παρεμβάσεις του Τζέι Ντι Βανς προκαλούν ανησυχία στο Ισραήλ.
-
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι σχέσεις Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ θα παραμείνουν υπό πίεση ακόμη και αν υπάρξει κυβερνητική αλλαγή στο Ισραήλ.
Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στο Ισραήλ και την πολιτική του αποτυπώθηκε στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας τις ρωγμές στη διακομματική υποστήριξη που απολάμβανε επί δεκαετίες το εβραϊκό κράτος. Μέσα σε περίπου 24 ώρες, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έθεσε ζήτημα διακοπής της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας, ένας από τους εντονότερους επικριτές του Ισραήλ εξελέγη στη Γερουσία και ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς συνέδεσε εν μέρει τη βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών με τις σχέσεις Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ.
Σύμφωνα με το Associated Press, η καταστροφική στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ στη Γάζα και ο πόλεμος που ξεκίνησε από κοινού με τις Ηνωμένες Πολιτείες εναντίον του Ιράν έχουν κλονίσει την παραδοσιακή στήριξη προς το Ισραήλ και από τα δύο μεγάλα αμερικανικά κόμματα. Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται βαθιά διχασμένοι, ενώ ακόμη και στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών ενισχύονται οι επικριτικές φωνές.
Οι λόγοι της δυσαρέσκειας διαφέρουν. Στην αμερικανική Αριστερά, ολοένα περισσότεροι αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως διεθνώς απομονωμένη χώρα, εξαιτίας του πολέμου στη Γάζα και της επέκτασης των εβραϊκών οικισμών, που συνοδεύεται από βίαια επεισόδια στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Στη Δεξιά, αντίθετα, ορισμένοι θεωρούν ότι το Ισραήλ υπονόμευσε το δόγμα «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ, παρασύροντας τις ΗΠΑ σε έναν δαπανηρό και, κατά την άποψή τους, αχρείαστο πόλεμο με το Ιράν.
Στο ίδιο το Ισραήλ, επικριτές του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου τον κατηγορούν ότι διαχειρίστηκε λανθασμένα τις σχέσεις με τον σημαντικότερο σύμμαχο της χώρας. Ωστόσο, το ρήγμα φαίνεται να έχει βαθύτερες αιτίες και εκτιμάται ότι θα παραμείνει ακόμη και αν σχηματιστεί νέα κυβέρνηση μετά τις ισραηλινές εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας.
«Κάτι θεμελιώδες έχει αλλάξει», δήλωσε ο ιστορικός και πρώην πρεσβευτής του Ισραήλ στις Ηνωμένες Πολιτείες, Μάικλ Όρεν. «Η βασική μου εκτίμηση είναι ότι η έκκληση για διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας είναι μόνο η αρχή».
Η στάση Τραμπ, η νίκη Ελ-Σαγιέντ και οι παρεμβάσεις Βανς
Η συζήτηση για το μέλλον των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων εντάθηκε όταν ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox News ότι προτίθεται να τερματίσει την ετήσια στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, ύψους περίπου 4 δισ. δολαρίων.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν η δήλωση αυτή αποτυπώνει επίσημη κυβερνητική πολιτική ή εάν επρόκειτο για μια τελευταία προσπάθεια επηρεασμού των ψηφοφόρων την ημέρα των εκλογών. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε αίτημα του Associated Press για περισσότερες διευκρινίσεις.
Η τοποθέτηση του Τραμπ αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η μέχρι σήμερα πολιτική του απέναντι στο Ισραήλ. Ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τον Αμερικανό πρόεδρο τον καλύτερο φίλο που είχε ποτέ η χώρα του στον Λευκό Οίκο. Κατά την πρώτη θητεία του, ο Τραμπ ανέτρεψε πολιτική δεκαετιών των ΗΠΑ αναγνωρίζοντας την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και νομιμοποιώντας πολιτικά τους εβραϊκούς οικισμούς, τους οποίους το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας θεωρεί παράνομους. Στη δεύτερη θητεία του, οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν μαζί με το Ισραήλ σε δύο πολέμους εναντίον του Ιράν.
Λίγες ώρες μετά τις δηλώσεις του, τα εκλογικά αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τη μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών σε ολόκληρη τη χώρα. Ανάμεσα στις σημαντικότερες αναμετρήσεις ήταν εκείνη στο Μίσιγκαν, όπου ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ επικράτησε με μεγάλη διαφορά του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του. Ο νεοεκλεγείς γερουσιαστής έχει κατηγορήσει το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, έναν ισχυρισμό που η ισραηλινή πλευρά απορρίπτει κατηγορηματικά.
Σημαντική είναι και η μετατόπιση στη ρητορική του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος θεωρείται πιθανός διεκδικητής της διαδοχής του Τραμπ. Ο Βανς έχει επιχειρήσει να κρατήσει αποστάσεις από τον πόλεμο στο Ιράν και το τελευταίο διάστημα υιοθετεί πιο επικριτικό τόνο απέναντι στο Ισραήλ.
Το πρωί μετά τις εκλογές δημοσίευσε στα κοινωνικά δίκτυα μια αποτίμηση του αποτελέσματος, μεταφέροντας όσα του είχε πει ένας δημοσκόπος, τον οποίο χαρακτήρισε «έναν από τους πιο έξυπνους ανθρώπους που γνωρίζω στην πολιτική». Σύμφωνα με τον Βανς, οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να κάνουν τέσσερα πράγματα για να επαναπροσεγγίσουν τους ψηφοφόρους:
«1) Να τερματίσουν τον πόλεμο. 2) Να επικεντρωθούν στο κόστος ζωής και στον πληθωρισμό. 3) Να βάλουν πρώτα την Αμερική. 4) Να αλλάξουν τη σχέση μας με το Ισραήλ».
Οι δηλώσεις αυτές προκαλούν ανησυχία στο Ισραήλ, καθώς καταγράφουν μια αλλαγή που δεν περιορίζεται στην αμερικανική Αριστερά.
«Αυτό σαφώς δεν προοιωνίζεται κάτι καλό», δήλωσε ο Τσακ Φράιλιχ, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ. Όπως εξήγησε, η θέση για αλλαγή των σχέσεων με το Ισραήλ βρίσκει ανταπόκριση σε συγκεκριμένο τμήμα των Ρεπουμπλικανών, το οποίο συνδέεται με τον Τάκερ Κάρλσον και με τις πιο δεξιές, απομονωτιστικές δυνάμεις του κινήματος MAGA.
Τι θα σήμαινε η διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας
Επί δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν στο Ισραήλ στρατιωτική βοήθεια δισεκατομμυρίων δολαρίων και προηγμένα οπλικά συστήματα, ενώ παράλληλα το προστατεύουν από επικρίσεις στον ΟΗΕ και σε άλλα διεθνή φόρουμ.
Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής θεωρούν ότι η βοήθεια αποτελεί επένδυση σε έναν ισχυρό και αξιόπιστο σύμμαχο σε μια ιδιαίτερα επικίνδυνη περιοχή. Οι επικριτές της, μεταξύ των οποίων ο Ελ-Σαγιέντ, υποστηρίζουν ότι έχει συμβάλει στη χρηματοδότηση της επέκτασης των ισραηλινών οικισμών, υπονομεύοντας σοβαρά τις προοπτικές λύσης δύο κρατών για Ισραηλινούς και Παλαιστινίους.
Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, η κυβέρνηση Μπάιντεν παρέκαμψε το Κογκρέσο προκειμένου να εγκρίνει έκτακτες πωλήσεις όπλων στο Ισραήλ. Αν και ανέστειλε μία αποστολή βομβών βάρους 2.000 λιβρών κατά την κορύφωση του πολέμου στη Γάζα, συνέχισε να παρέχει στρατιωτική βοήθεια.
Ανάλογα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εγκρίνει πωλήσεις αμερικανικών όπλων αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων προς το Ισραήλ. Σύμφωνα με ακαδημαϊκή μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν χορηγήσει 21,7 δισ. δολάρια σε βοήθεια προς το Ισραήλ από την έναρξη του πολέμου στη Γάζα.
Μια ενδεχόμενη διακοπή της αμερικανικής βοήθειας θα επέφερε σημαντικές αλλαγές στη σχέση των δύο χωρών, σύμφωνα με τον Μάικλ Σινγκ, διευθύνοντα σύμβουλο του Washington Institute for Near East Policy και πρώην ανώτερο διευθυντή για τη Μέση Ανατολή στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου.
Όπως εκτίμησε, μια τέτοια απόφαση «θα ανάγκαζε σίγουρα τους Ισραηλινούς να αναζητήσουν επειγόντως λύσεις και θα αποτελούσε σημαντική μονομερή αλλαγή στις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ».
Ο Σινγκ εξήγησε ότι το Ισραήλ θα έπρεπε πλέον να χρηματοδοτεί με δικούς του πόρους τις αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων, είτε προσφεύγοντας σε δανεισμό είτε αυξάνοντας τη φορολογία.
Ο Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να απεξαρτήσει σταδιακά τη χώρα του από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στόχος, σύμφωνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, είναι η μετάβαση σε μια πιο ισορροπημένη εταιρική σχέση, στην οποία το Ισραήλ δεν θα εξαρτάται από τα χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων, αλλά θα συνεισφέρει τις σημαντικές τεχνολογικές και πληροφοριακές δυνατότητές του.
«Ο πρωθυπουργός συνεργάζεται με τον πρόεδρο Τραμπ για να πραγματοποιηθεί η σωστή μετάβαση από τη βοήθεια σε μια σχέση συνεργασίας και αμοιβαίων επενδύσεων», δήλωσε πρόσφατα στο Fox ο εκπρόσωπος του Νετανιάχου, Ντόρον Σπίλμαν.
Ο ίδιος ο Νετανιάχου δεν έχει σχολιάσει τις πρόσφατες δηλώσεις του Τραμπ σχετικά με τη στρατιωτική βοήθεια.
Η πολιτική κρίση στο Ισραήλ και η στάση της Ουάσινγκτον
Οι αλλαγές στην αμερικανική πολιτική σκηνή συμπίπτουν με μια περίοδο αβεβαιότητας και στο Ισραήλ. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχασε την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία στις εκλογές της προηγούμενης εβδομάδας, χωρίς ωστόσο να είναι βέβαιο ότι οι αντίπαλοί του θα καταφέρουν να σχηματίσουν κυβέρνηση που θα τον αντικαταστήσει.
Ακόμη και μια αλλαγή στην πρωθυπουργία, πάντως, δεν θεωρείται αρκετή για να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μια νέα κυβέρνηση υπό τον βασικό πολιτικό αντίπαλο του Νετανιάχου, τον πρώην αρχηγό των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, θα μπορούσε να λάβει μέτρα για τον περιορισμό της κριτικής, όπως η αυστηρότερη αντιμετώπιση της εκτεταμένης βίας των εποίκων. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του AP, κατά πάσα πιθανότητα θα συνέχιζε σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές απέναντι στους Παλαιστινίους και την ευρύτερη περιοχή που έχουν προκαλέσει τη δυσαρέσκεια πολλών Αμερικανών.
Η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές αποτυπώθηκε σε μια δημόσια αντιπαράθεση νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα. Ο Γιαΐρ Λαπίντ, σημαντικό στέλεχος της συμμαχίας που αντιτίθεται στον Νετανιάχου, πρότεινε μέσω της πλατφόρμας X μια νέα κυβέρνηση να στείλει εκπροσώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να πραγματοποιήσουν επαφές με τον Λευκό Οίκο, το Κογκρέσο και τοπικούς πολιτικούς παράγοντες για την αποκατάσταση των σχέσεων.
Η πρόταση προκάλεσε την αντίδραση του Μπραντ Λάντερ, νεοεκλεγέντος Δημοκρατικού βουλευτή από τη Νέα Υόρκη, ο οποίος τον προηγούμενο μήνα είχε κρατηθεί προσωρινά από ισραηλινές δυνάμεις στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
«Ως κάποιος που κέρδισε χθες το βράδυ μια έδρα στο Κογκρέσο και νοιάζεται για το Ισραήλ, σας λέω ότι δεν ακούτε αυτά που λένε οι Αμερικανοί ψηφοφόροι, Εβραίοι και μη Εβραίοι. Δεν διψάμε για μια περιοδεία επαφών. Διψάμε να δούμε σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και στα ανθρώπινα δικαιώματα», έγραψε ο Λάντερ.
Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσει οποιαδήποτε νέα ισραηλινή κυβέρνηση στην προσπάθειά της να επαναπροσεγγίσει την αμερικανική πολιτική ηγεσία.
Ο Τσακ Φράιλιχ εκτίμησε ότι, εάν ο Νετανιάχου παραμείνει τελικά στην εξουσία, «η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί και ίσως επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο».
Αντίθετα, μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα μπορούσε, σύμφωνα με τον πρώην Ισραηλινό αξιωματούχο, να ξεκινήσει μια προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων, η οποία όμως θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό διάστημα.
«Τότε θα μπορούσε να αρχίσει μια διαδικασία που ίσως διαρκέσει ακόμη και μια ολόκληρη γενιά. Σίγουρα θα χρειαστούν 10 έως 20 χρόνια για να αποκατασταθεί η ζημιά που προκάλεσε ο Νετανιάχου», δήλωσε.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.



