Ως απαράδεκτη παρέμβαση στο δικαίωμα της «ελεύθερης σύμβασης», η οποία παραβιάζει το Άρθρο 26 του Συντάγματος, χαρακτήρισε η Ολομέλεια του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου την πρόταση νόμου με τίτλο: «Ο περί της Συγκρισιμότητας των Τελών, της Αλλαγής Λογαριασμού Πληρωμών και της Πρόσβασης σε Λογαριασμούς Πληρωμών από τις Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις Νόμος του 2026», που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τον Μάρτιο.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ασκώντας το δικαίωμά του σύμφωνα με το Άρθρο 51.1 του Συντάγματος, παρέπεμψε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο τον συγκεκριμένο νόμο, μέσω του οποίου επιχείρησε η Βουλή να εφαρμόσει σε πολύ μικρές επιχειρήσεις το καθεστώς προστασίας που είχε θεσπιστεί για τους καταναλωτές, με στόχο την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/92/ΕΕ.
Η ανωτέρω Οδηγία μεταφέρθηκε στην κυπριακή νομοθεσία μέσω του Νόμου 64(Ι)/2017, που αφορά αποκλειστικά τους καταναλωτές. Η υπό αναφορά νομοθεσία φιλοδοξεί να επεκτείνει αυτό το πλαίσιο και στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, επιβάλλοντας υποχρεώσεις στα Αδειοδοτημένα Πιστωτικά Ιδρύματα (ΑΠΙ) που δραστηριοποιούνται στη Δημοκρατία, γεγονός που επηρεάζει σημαντικά την οργάνωση και λειτουργία τους.
Ως προς τη στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω της Νομικής Υπηρεσίας, τονίστηκε ότι ο νόμος, όπως έχει ψηφιστεί, περιέχει στοιχεία διοικητικής διαδικασίας, παραβιάζοντας τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Παράλληλα, ενδέχεται να παραβιάζει και το ευρωπαϊκό δίκαιο, καθώς προβαίνει σε διακρίσεις υπέρ των κυπριακών επιχειρήσεων εις βάρος επιχειρήσεων άλλων κρατών-μελών, καταπατώντας έτσι την επιχειρηματική ελευθερία.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κεντρικές διατάξεις του νόμου επηρεάζουν την ελευθερία των ΑΠΙ να αποφασίζουν με ποιους θα συνεργαστούν, δικαίωμα που προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος. Οι τράπεζες υποχρεώνονταν να συνάπτουν συμβάσεις χωρίς τη δυνατότητα επαρκούς αξιολόγησης των κινδύνων ή της επιχειρηματικής τους στρατηγικής.
Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν είχε αποδειχθεί κάποια ε pressing κοινωνική ανάγκη που να δικαιολογεί τον περιορισμό του συγκεκριμένου συνταγματικού δικαιώματος.
«Το Δικαστήριο ακύρωσε τον νόμο διότι υποχρέωνε τις τράπεζες να προσφέρουν συγκεκριμένους λογαριασμούς σε πολύ μικρές επιχειρήσεις, περιορίζοντας χωρίς επαρκή συνταγματική justification τη συμβατική τους ελευθερία», σημειώνεται στην ανακοίνωση.
«Για τον λόγο αυτό, αποφασίστηκε ότι τα κεντρικά άρθρα του εν λόγω Νόμου ήταν αντισυνταγματικά, παραβιάζοντας το Άρθρο 26.1 και, κατ’ επέκταση, το Άρθρο 179 του Συντάγματος. Δεδομένου ότι οι κύριες διατάξεις κρίθηκαν άκυρες, ολόκληρος ο νόμος θεωρήθηκε μη λειτουργικός», αναφέρεται.
Την Αναφορά, εκ μέρους του Προεδρίας, χειρίστηκε η Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, Έλενα Συμεωνίδου, καταλήγει η ανακοίνωση.


