
Η πρόσκρουση πτηνού σε αεροπλάνο συνιστά έκτακτη περίσταση, η οποία μπορεί να απαλλάξει τον αερομεταφορέα από την υποχρέωσή του καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση μεγάλης καθυστερήσεως της πτήσεως, έκρινε σήμερα το Δικαστήριο της ΕΕ απαντώντας σε ερώτημα τσέχικου δικαστηρίου.
Διευκρινίζει όμως ότι από τη στιγμή που εξουσιοδοτημένος προς τούτο εμπειρογνώμονας διαπιστώσει μετά την πρόσκρουση ότι το συγκεκριμένο αεροσκάφος μπορεί να πετάξει, ο αερομεταφορέας δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση επικαλούμενος την ανάγκη διενέργειας ενός δεύτερου ελέγχου.
Το Δικαστήριο επιχειρεί ερμηνεία σχετική με το τι συνιστά και τι όχι έκτακτη περίσταση, διευκρινίζοντας για μια ακόμα φορά ότι δεν συνιστά έκτακτη περίσταση η πρόωρη δυσλειτουργία ορισμένων εξαρτημάτων του αεροσκάφους, καθώς συντήρηση και η ομαλή λειτουργία του αεροσκάφους εμπίπτουν στο πεδίο ευθύνης των αερομεταφορέων.
Όμως, αποφαίνεται ότι η τυχόν πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος, καθώς και η ενδεχόμενη ζημιά που προκαλείται από την πρόσκρουση αυτή δεν συνδέονται αναπόσπαστα με το σύστημα λειτουργίας του αεροσκάφους, οπότε μια τέτοια πρόσκρουση δεν είναι, ως εκ της φύσεως και των αιτίων της, αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την κανονική άσκηση της δραστηριότητας του αερομεταφορέα και εκφεύγει του αποτελεσματικού ελέγχου του. Συνεπώς, η πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος συνιστά έκτακτη περίσταση κατά την έννοια του κανονισμού.
Στη συνάφεια αυτή, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο αερομεταφορέας απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς του αποζημιώσεως μόνον εάν δύναται να αποδείξει, αφενός, ότι η ματαίωση ή η καθυστέρηση πτήσεως διάρκειας ίσης ή μεγαλύτερης των τριών ωρών κατά την άφιξη οφείλεται σε έκτακτη περίσταση, η οποία δεν θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί ακόμη και εάν είχαν ληφθεί όλα τα εύλογα μέτρα και, αφετέρου, ότι ελήφθησαν όλα τα μέτρα προκειμένου να αποτραπεί η ματαίωση της συγκεκριμένης πτήσεως ή η καθυστέρηση διάρκειας ίσης ή μεγαλύτερης των τριών ωρών συνεπεία των έκτακτων περιστάσεων που αντιμετώπισε αυτός ο αερομεταφορέας.
Το Δικαστήριο εμμένει στο γεγονός ότι ο αερομεταφορέας αυτός δεν μπορεί να υποχρεωθεί να λάβει μέτρα τα οποία θα τον υποχρεώσουν να υποβληθεί σε θυσίες υπερβαίνουσες τις δυνατότητες της επιχειρήσεώς του και ευθύνεται για τη μη τήρηση από άλλους φορείς (όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι διαχειριστές του αερολιμένα ή οι αρμόδιοι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας) των δικών τους υποχρεώσεων να λάβουν τα προληπτικά μέτρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους.
Εκτιμά, τέλος, ότι στην περίπτωση που η μεγάλη καθυστέρηση ενός αεροσκάφους έχει ως αιτία όχι μόνον μια έκτακτη περίσταση, η οποία δεν θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί δια της λήψεως των ενδεδειγμένων για την κατάσταση μέτρων και προς αποτροπή των συνεπειών της οποίας ο αερομεταφορέας αυτός είχε λάβει όλα τα εύλογα προς τούτο μέτρα (πρόσκρουση πτηνού σε αεροσκάφος), αλλά και κάποια άλλη περίσταση της οποίας η επέλευση είναι καταλογιστέα σε αυτόν (τεχνικό πρόβλημα του αεροσκάφους), η καθυστέρηση που συνδέεται με την έκτακτη περίσταση πρέπει να αφαιρείται από τον συνολικό χρόνο της καθυστερήσεως κατά την άφιξη της πτήσεως προκειμένου να εκτιμηθεί εάν το μέρος της καθυστερήσεως που είναι καταλογιστέο στον μεταφορέα είναι ίσο ή μεγαλύτερο των τριών ωρών και για το οποίο επομένως πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση.


