Σάββατο, 3 Οκτωβρίου, 2026
ΑρχικήΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΒΙΒΛΙΟΈφυγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Έφυγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

marquez

Γράφει η Έλενα Τορναρίτη

Πολλά χρόνια αργότερα, καθώς αντιμετώπιζε το εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θυμήθηκε εκείνο το μακρινό απόγευμα, όταν ο πατέρας του τον πήρε μαζί του για να ανακαλύψει τον πάγο. 

Έτσι αρχίζει το θαυμαστό μυθιστόρημά του, Εκατό Χρόνια Μοναξιά ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες – ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής (ο Κάρλος Φουέντες τον είχε ονομάσει τον σπουδαιότερο ισπανό συγγραφέα μετά τον Θερβάντες). Μεγαλωμένος με τους γονείς της μάνας του, ο Μάρκες οφείλει σ’ ένα μεγάλο βαθμό τη συγγραφική του έμπνευση στις λαϊκές αφηγήσεις των γυναικών που τον περιτριγύριζαν στα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια, και στις ιδιαιτερότητες της κουλτούρας που τον έθρεψε. Ο ίδιος έλεγε ότι στη γραφή του, προσπαθούσε να συνδυάσει το αφηγηματικό ύφος της γιαγιάς του (η οποία του έλεγε φανταστικές ιστορίες σαν να ήταν πραγματικές) και το ύφος του Κάφκα.

Γεννηθηκε το έτος 1927 στην Αρακατάκα, ένα μικρό χωριό στις βόρειες ακτές της Κολομβίας, κι όταν μεγάλωσε έφυγε για σπουδές στα Νομικά. Σύντομα ωστόσο, λόγω των πολιτικών ανακατατάξεων, βρέθηκε στην Καρταχένα, όπου ξεκίνησε δουλειά ως δημοσιογράφος, δημοσιεύοντας κείμενά του σε περιοδικά κι εφημερίδες: αυτά τα σκόρπια συγκεντρώθηκαν αργότερα, στην έκδοση Μάτια Γαλάζιου Σκύλου. Εγκατεστημένος τελικά στο Μεξικό με την οικογένειά του, δημοσιεύει το 1967 το Εκατό Χρόνια Μοναξιά, βιβλίο που τον καθιερώνει σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μαζί και την ιδιαίτερη κουλτούρα της Λατινικής Αμερικής: παραμύθια, ιπτάμενα χαλιά, λαϊκοί μύθοι, τα προνόμια των φτωχών, αναλήψεις, θρησκευτικές δοξασίες και σμήνη από κίτρινες πεταλούδες, πέτρες στο νερό που εξακολουθούν να ‘ναι λείες άσπρες και τεράστιες σαν προϊστορικά αυγά.

Γίνεται εραστής του μαγικού ρεαλισμού, αναιρεί με μοναδικό τρόπο τα σύνορα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, αναμειγνύει το καθημερινό με το απίθανο, το συνηθισμένο με το εκπληκτικό, χωρίς να παρακάμπτει την έντονη κοινωνική κριτική. Με το Φθινόπωρο του Πατριάρχη μας χαρίζει το 1975 μια τρομακτική σημειολογία της δικτατορίας και του φασισμού, και το 1985, με τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας, μας αφηγείται τις γραφικές περιπέτειες ενός έρωτα που το μόνο που μετράει στον χρόνο είναι τα νοερά του εμπόδια. 

Gabriel-Garcia-Marquez-Quotes-2

Ο Μάρκες είχε νοσηλευθεί στις αρχές Απριλίου σε νοσοκομείο της Πόλης του Μεξικού με πνευμονία. Εδώ και αρκετά χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Όταν πρωτοασθένησε με καρκίνο μας είχε χαρίσει τον δικό του απολογισμό στα πρόθυρα του θανάτου του, σε μορφή αποχαιρετιστήριας επιστολής. Εκεί ανάμεσα σε πολλά έγραφε και τα εξής:

 Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. […] Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγνώμη”, “συγχώρεσέ με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις.

 Ο πατέρας του μαγικού ρεαλισμού έφυγε τελικά χτες, σε ηλικία 87 χρόνων.

GABRIEL GARCIA MARQUEZ

Το 1982 βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του στα οποία το φανταστικό και το ρεαλιστικό παντρεύονται σε έναν πλούσιο, περίπλοκο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».

Οι αγαπημένοι του συγγραφείς ήταν ο Χέμινγουεϊ, ο Φώκνερ, ο Τουαίην, ο Μέλβιλ, ο Ντίκενς, ο Προυστ, ο Κάφκα και η Βιρτζίνια Γουλφ.

[Όταν πήγε να ταχυδρομήσει τις 490 δακτυλογραφημένες σελίδες του μυθιστορήματος 100 Χρόνια Μοναξιά ο υπάλληλος του ταχυδρομείου του ζήτησε 82 πέσος αλλά εκείνος είχε μόνο 50. Γι’ αυτό, αποφάσισε να ταχυδρομήσει μόνο τις μισές και να βάλει ενέχυρο συσκευές από το σπίτι του. Η γυναίκα του τότε του είχε πει χαρακτηριστικά: «Γκάμπο, αυτό που μας λείπει τώρα είναι το βιβλίο να είναι χάλια».]

Αποφθέγματα της σκέψης του:

Αυτός που περιμένει πολύ, δεν πρέπει να περιμένει πολλά.

Επειδή κάποιος δεν σε αγαπά όπως θα ευχόσουν, δεν σημαίνει πως δεν σε αγαπά με όλο του το είναι.

Κανένας δεν αξίζει τα δάκρυά σου, κι αυτός που τα αξίζει δεν θα σε κάνει να κλάψεις.

Ίσως είσαι απλώς ένα άτομο σ’ αυτό τον κόσμο, όμως για κάποιον, είσαι όλος ο κόσμος.

Μην ξοδεύεις χρόνο με κάποιον που δεν ενδιαφέρεται να τον ξοδέψει μαζί σου.

Μην κλαις επειδή τέλειωσε. Χαμογέλα επειδή συνέβη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Advertisment -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Translate »