Νέα διάσταση λαμβάνει η πολιτική και θεσμική κρίση στην Πολωνία, με τον πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ να καλεί τον πρόεδρο Κάρολ Ναβρότσκι να αναγνωρίσει τους δικαστές που εξέλεξε το κοινοβούλιο για το Συνταγματικό Δικαστήριο, κατηγορώντας τον ότι επιλέγει την αντιπαράθεση.
Η παρέμβασή του έρχεται μετά τα επεισόδια των προηγούμενων ημερών στην έδρα του Δικαστηρίου, όπου αναπτύχθηκαν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, ενώ ο Πολωνός πρόεδρος διέκοψε ταξίδι του στη Σενεγάλη και επέστρεψε εσπευσμένα στη Βαρσοβία.
«Ο πρόεδρος πρέπει να αναγνωρίσει τους δικαστές που εξελέγησαν νόμιμα από τη Δίαιτα (σ.σ. Κάτω Βουλή), όπως προβλέπει το Σύνταγμα, ώστε να αναλάβουν τα καθήκοντά τους στο Δικαστήριο», έγραψε ο Τουσκ στην πλατφόρμα Χ, υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό μπορεί να επιλυθεί η κρίση χωρίς συνταγματική αναθεώρηση.
Παράλληλα, κατηγόρησε τον Ναβρότσκι ότι «επιλέγει τη βίαιη αντιπαράθεση, η οποία μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβά στην Πολωνία», ξεκαθαρίζοντας ότι η κυβέρνησή του δεν πρόκειται να υποχωρήσει.
Η κρίση που οδήγησε στην επέμβαση της αστυνομίας
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε την Παρασκευή (30/10), όταν η δικαστής Άννα Κόρβιν-Πιοτρόφσκα, η οποία εξελέγη πρόσφατα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ανακοίνωσε την προσωρινή αναστολή των καθηκόντων του προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου, Μπόγκνταν Σβιεντσκόφσκι, και ανέλαβε προσωρινά τη διοίκησή του.
Η απόφαση αμφισβητήθηκε από τον Σβιεντσκόφσκι και την αντιπολίτευση, ενώ ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις αναπτύχθηκαν γύρω από το κτίριο του Δικαστηρίου, εν μέσω κινητοποιήσεων και έντασης.
Οι εξελίξεις προκάλεσαν την άμεση αντίδραση του Ναβρότσκι, ο οποίος διέκοψε το ταξίδι του στη Σενεγάλη και επέστρεψε στην Πολωνία. Αργά το βράδυ μετέβη στο Συνταγματικό Δικαστήριο, όπου εισήλθε παρά τις αντιρρήσεις δικαστών, με την παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης.
Η είσοδός του προκάλεσε νέα αντιπαράθεση, με κυβερνητικά στελέχη να καταγγέλλουν τη συμπεριφορά του και την προεδρία να κατηγορεί την κυβέρνηση για απόπειρα παράνομης κατάληψης του Δικαστηρίου.
Μια θεσμική διαμάχη που διαρκεί από το 2015
Η κρίση γύρω από το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει τις ρίζες της στο 2015, όταν το εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) ανέλαβε την εξουσία και προχώρησε σε διορισμούς δικαστών που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Το ζήτημα αποτέλεσε επί χρόνια σημείο τριβής ανάμεσα στη Βαρσοβία και τις Βρυξέλλες, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αμφισβητεί τη συμβατότητα σειράς δικαστικών μεταρρυθμίσεων με τις αρχές του κράτους δικαίου.
Από την επιστροφή του στην πρωθυπουργία το 2023, ο Τουσκ έχει δεσμευτεί να αποκαταστήσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, οι προσπάθειές του προσκρούουν στην αντίθεση του Ναβρότσκι, ο οποίος αρνείται να αναγνωρίσει ορισμένους από τους δικαστές που εξέλεξε η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Παρέμβαση των Βρυξελλών – Νέα συνεδρίαση την Τρίτη
Το Σάββατο (31/10), ο Πολωνός πρόεδρος κάλεσε τις μεγαλύτερες πολιτικές δυνάμεις της χώρας σε διαβουλεύσεις για την αποκλιμάκωση της κρίσης, χωρίς ωστόσο να προκύψει συμφωνία.
Την ίδια ημέρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε τον Ναβρότσκι να επιτρέψει την ανάληψη καθηκόντων από τους νεοεκλεγέντες δικαστές, στηρίζοντας την προσπάθεια επίλυσης της θεσμικής διαμάχης. Το επόμενο κρίσιμο βήμα αναμένεται την Τρίτη (3/11), όταν η Κόρβιν-Πιοτρόφσκα έχει συγκαλέσει γενική συνέλευση του Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Ωστόσο, η νομιμότητα της προσωρινής ανάληψης της προεδρίας της εξακολουθεί να αμφισβητείται από τον Ναβρότσκι, τον Σβιεντσκόφσκι και την αντιπολίτευση, διατηρώντας ανοιχτή τη σύγκρουση για τον έλεγχο ενός από τους σημαντικότερους θεσμούς της χώρας.



