Η υπεράσπιση εξέτασε την οικονομική σχέση ανάμεσα στη Μητρόπολη Ταμασού και την Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ, εστιάζοντας στη μεταβίβαση ακινήτου από τη Μητρόπολη προς τη Μονή για την εξόφληση οφειλής. Κατά την αντεξέταση του αρχιμανδρίτη Διονυσίου Κοπτίδη στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, η υπεράσπιση ανέφερε ότι η μεταβίβαση είχε γίνει ως ένδειξη εκτίμησης προς τους μοναχούς, με τον μάρτυρα να αντεπιτίθεται ότι «οι μεταβιβάσεις κτημάτων δεν γίνονται από σεβασμό».
Στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου, πατρός Νεκτάριου, μέσω της δικηγόρου Μαρίας Κέστωρος, αναφέρθηκε στην πορεία του στην Εκκλησία, στις χειροτονίες του και στις τελετές που έλαβε τα εκκλησιαστικά αξιώματα. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι παρευρέθηκε μόνο στην ενθρόνισή του ως ηγούμενος.
Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι μετά τα γεγονότα της 5ης Μαρτίου 2024, είχε τα κλειδιά της Μονής και διαχειρίστηκε τα της, κατόπιν απόφασης του Μητροπολίτη. Όσον αφορά την νομική οντότητα της Μονής, αντέτεινε ότι αυτή υπάγεται στη Μητρόπολη Ταμασού.
Σημαντική ήταν η αναφορά στη συμφωνία της 6ης Φεβρουαρίου 2024 μεταξύ της Μητρόπολης και της Μονής, η οποία σχετίζονταν με τη διευθέτηση οφειλών. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η εξόφληση θα γινόταν μέσω της μεταβίβασης οικιστικού τεμαχίου.
Η συμφωνία υπογράφηκε από τον Μητροπολίτη και τον δεύτερο κατηγορούμενο, πατέρα Πορφύριο, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος δεν υπέγραψε λόγω απουσίας. Ο μάρτυρας τόνισε ότι είχε εντοπίσει ανανέωση συνδρομής σε διαδικτυακή πλατφόρμα γνωριμιών, που συνδέεται με τον πρώτο κατηγορούμενο, την ημέρα της συμφωνίας.
Η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση του ακινήτου δεν συνιστούσε εξόφληση χρέους αλλά πράξη εκτίμησης προς τους μοναχούς για την οικονομική τους στήριξη. Η κ. Κέστωρος ανέφερε ότι ο Μητροπολίτης ήθελε να ευχαριστήσει τη Μονή για ποσά που δαπανήθηκαν κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι «κανείς δεν μεταβιβάζει σε μονές τεμάχια για τέτοιες ενέργειες».
Όταν η υπεράσπιση χαρακτήρισε τη διαδικασία του Επισκοπικού Δικαστηρίου «παρωδία», ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η διαδικασία ήταν εκκλησιαστική και η Εκκλησία έχει δικαίωμα να διευθετεί τις υποθέσεις της εσωτερικά.
Σχετικά με τις επτά επιταγές ύψους €18.776,58 που εκδόθηκαν από το λογαριασμό της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι, ο μάρτυρας δεν είχε λάβει πρακτικά συνεδριάσεων. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι τα χρήματα κατατέθηκαν για πληρωμές σε εμπόρους που δεν δέχονταν επιταγές.
Ο μάρτυρας σχολίασε ότι οι πληρωμές θα μπορούσαν να γίνουν απευθείας από το ναό προς τους προμηθευτές, προσθέτοντας ότι η κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό μπορεί να υποδηλώνει προσωπικό όφελος.
Η αντεξέταση του μάρτυρα από τον δικηγόρο του δεύτερου κατηγορουμένου, Ευστάθιο Ευσταθίου, επικεντρώθηκε στις ενέργειες της 5ης Μαρτίου 2024 και στις συνθήκες αποφάσεων για τους κατηγορούμενους ενώπιον του Επισκοπικού Δικαστηρίου.
Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι οι ενέργειες της 5ης Μαρτίου έγιναν ύστερα από οδηγίες του Μητροπολίτη, περιλαμβάνοντας την προετοιμασία εγγράφων και εξουσιοδοτήσεων για την είσοδο κληρικών στην Μονή.
Σχετικά με το οπτικοακουστικό υλικό από τις κάμερες της Μονής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι φυλασσόταν στη Μητρόπολη και επεσήμανε απόσπασμα απομαγνητοφώνησης συνομιλίας μεταξύ των δύο κατηγορουμένων. Κατά το απόσπασμα, ο δεύτερος κατηγορούμενος πρότεινε στον πρώτο τρόπο απόκρυψης χρημάτων από τη Μητρόπολη.
Όσον αφορά τις παραδοχές του δεύτερου κατηγορουμένου στο Επισκοπικό Δικαστήριο, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι έγιναν υπό πίεση. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και παραδέχθηκε όσα του αποδόθηκαν.
Η υπεράσπιση δήλωσε επίσης ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την ιδιοποίηση ποσού €807.000 και ότι ο Μητροπολίτης φερόταν να χρωστά πάνω από €150.000. Ο μάρτυρας αντέτεινε ότι «ο Μητροπολίτης δεν χρωστά τίποτα».
Η υπεράσπιση παρουσίασε τραπεζικά έγγραφα για πληρωμές που σχετίζονται με τον Μητροπολίτη, συμπεριλαμβανομένου ποσού €13.000 προς τον αδελφό του για χριστουγεννιάτικη δραστηριότητα. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το πρόσωπο, αλλά δεν γνώριζε για τη συγκεκριμένη πληρωμή.
Δεύτερη επιταγή ύψους €4.000 προς τρίτο πρόσωπο αναγνωρίστηκε, με τον μάρτυρα να δηλώνει ότι δεν ήξερε για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν. Η υπεράσπιση συνδύασε την πληρωμή με υπηρεσίες σχετιζόμενες με την προεκλογική εκστρατεία του Μητροπολίτη.
Η υπεράσπιση παρουσίασε και πληρωμή €21.900 σε εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων, ερωτώντας αν αφορούσε μεταφορικά μέσα της Μητρόπολης. Ο μάρτυρας απάντησε άγνωστο.
Η υπεράσπιση επανήλθε στη μεταβίβαση ακινήτου, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για δωρεά και όχι για εξόφληση δανείου. Ο μάρτυρας επανέλαβε ότι «οι μεταβιβάσεις δεν γίνονται ως ένδειξη σεβασμού».
Η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου θα συνεχιστεί στις 9 Νοεμβρίου, στις 09:30.
Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι μοναχοί Νεκτάριος και Πορφύριος αντιμετωπίζουν κατηγορίες για συνωμοσία, πλαστογραφία, κλοπή και άλλες παράνομες πράξεις.


