Καρέ – καρέ καταγράφηκε σε βίντεο ντοκουμέντο η επιχείρηση της Ελληνικής Αστυνομίας σε σπίτι στα Μέγαρα, όπου βρισκόταν το κρησφύγετο της σπείρας που έκανε τηλεφωνικές απάτες.
Το κομβόι οχημάτων της Ασφάλειας αλλά και του τμήματος Δίωξης Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής φτάνει στο σημείο και πάνοπλοι άντρες της ΕΚΑΜ εισβάλλουν στο σπίτι.
Συνολικά πραγματοποιήθηκαν έξι συλλήψεις ατόμων, οι οποίοι φέρεται να συμμετείχαν σε σπείρα που πραγματοποιούσε απάτες, κλοπές και διαρρήξεις, ενώ εξιχνιάστηκαν συνολικά 78 περιπτώσεις απάτης, κλοπής καταλυτών και ληστείας σε περιοχές της Αττικής.
Πώς δρούσε η συμμορία
Όπως έγινε γνωστό, οι δράστες προσποιούνταν υπαλλήλους ηλεκτρικής ενέργειας και λογιστές προκειμένου να εξαπατούν πολίτες, ενώ τα σπίτια που έκλεβαν ήταν κυρίως σε περιοχές της Ελευσίνας, της Μαγούλας, της Μάνδρας, της Νίκαιας, του Κερατσινίου και του Χαϊδαρίου.
Όσον αφορά στις κλοπές καταλυτών, τα μέλη της συμμορίας επέλεγαν σταθμευμένα οχήματα, κυρίως παλαιότερων μοντέλων, στην περιοχή των Μεγάρων.
Στο πλαίσιο της αστυνομικής επιχείρησης συνελήφθησαν το Σάββατο (10/10) έξι μέλη της εγκληματικής οργάνωσης ηλικίας 38, 36, 35, 27, 25 και 24 ετών, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμα οκτώ άτομα τα οποία έχουν ταυτοποιηθεί, κατηγορούμενοι για -κατά περίπτωση- σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που διαπράττει διακεκριμένες κλοπές και απάτες, ληστεία, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος και παράβαση του νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών.
Οι κατηγορούμενοι από τον Ιανουάριο του 2026 είχαν συστήσει και ενταχθεί σε εγκληματική οργάνωση, με διακριτούς ρόλους και διαρκή δράση, με σκοπό την τέλεση απατών και διακεκριμένων κλοπών και τη συνακόλουθη αποκόμιση παράνομου περιουσιακού οφέλους.

Στα Άνω Λιόσια το «τηλεφωνικό κέντρο»
Οι δράστες για τις απάτες χρησιμοποιούσαν ως βάση την περιοχή των Άνω Λιοσίων όπου λειτουργούσε το τηλεφωνικό κέντρο της οργάνωσης.
Ορισμένα μέλη πραγματοποιούσαν τις αρχικές κλήσεις προς υποψήφια θύματα και αξιολογούσαν την ανταπόκρισή τους, ενώ στη συνέχεια οι κατάλληλοι στόχοι παραπέμπονταν σε κεντρικό τηλεφωνητή, ο οποίος αναλάμβανε την περαιτέρω επικοινωνία και την ολοκλήρωση της απάτης.
Οι τηλεφωνητές χρησιμοποιούσαν ψευδείς ιδιότητες, όπως υπαλλήλων εταιρειών ηλεκτρικής ενέργειας, λογιστών, φοροτεχνικών ή αστυνομικών, προκειμένου να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων και να τα οδηγήσουν στην παράδοση χρημάτων ή τιμαλφών.
Η επικοινωνία και ο συντονισμός των εμπλεκομένων υποστηρίζονταν από τηλεφωνικές συνδέσεις και συσκευές που χρησιμοποιούνταν για επιχειρησιακούς σκοπούς.



