Το ποσοστό των παιδιών στην Κύπρο που βρέθηκαν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού υποχώρησε στο 14,0% το 2025, από 22,1% το 2019, όπως προκύπτει από μελέτη που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα και αναλύει την εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για τα Παιδιά στις χώρες της ΕΕ.
Η Κύπρος κατέχει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών μελών το 2025, ακολουθώντας τη Σλοβενία με 12,5% και την Ολλανδία με 12,7%. Η μείωση από 22,1% σε 14,0% αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις μεταξύ 2019 και 2025, μαζί με εκείνες της Ρουμανίας και της Λιθουανίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, η Κύπρος, η οποία προηγουμένως βρισκόταν σε μέτριες θέσεις, ολοκλήρωσε την περίοδο πλησιάζοντας τις χώρες με τα καλύτερα ποσοστά.
Η μελέτη, με τίτλο «Ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για τα Παιδιά – Επισκόπηση διδαγμάτων και βέλτιστων πρακτικών από τα κράτη μέλη της ΕΕ», εκπονήθηκε από το αρμόδιο Τμήμα Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Eurofound, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων. Εξετάζει πιθανά ζητήματα όπως η παιδική φτώχεια, η προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα, η πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης και το κόστος στέγασης.
Σημαντική είναι και η αύξηση συμμετοχής των παιδιών στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα στην Κύπρο. Το Σχέδιο Επιδότησης Διδάκτρων και Σίτισης καλύπτει έως το 80% του σχετικού κόστους, με στήριξη έως 350 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με το οικογενειακό εισόδημα και τις ώρες φοίτησης. Μετά την επέκταση των κριτηρίων επιλεξιμότητας, ο αριθμός των δικαιούχων ανήλθε κατά 40%, φτάνοντας τα 10.596 παιδιά σε 357 παρόχους.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα για τα παιδιά κάτω των τριών ετών στην Κύπρο που βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ενισχύθηκε από 6,8% το 2019 σε 26,5% το 2024. Επιπλέον, αναφέρεται ότι η οικονομική στήριξη για υπηρεσίες φροντίδας συνοδεύεται από τεχνική βοήθεια και καθοδήγηση προς τις τοπικές αρχές και τις ΜΚΟ.
Όσον αφορά την υγεία, η Κύπρος κατατάσσεται ανάμεσα στα κράτη με τις πιο χαμηλές ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες για παιδιά. Το σχετικό ποσοστό ήταν μόλις 0,6% το 2024, σε αντίθεση με τον μέσο όρο της ΕΕ που ήταν 3,2%. Χαμηλότερες τιμές καταγράφηκαν στην Κροατία με 0,1% και στη Μάλτα με 0,4%.
Στο θέμα του κόστους στέγασης, λιγότερο από το 2,5% των παιδιών στην Κύπρο το 2025 ζούσε σε νοικοκυριά που υπέφεραν από υπερβολική οικονομική επιβάρυνση από στεγαστικές δαπάνες. Σε συνεργασία με την Κροατία και την Ολλανδία, η Κύπρος ανήκει στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά, με τον μέσο όρο της ΕΕ να μειώνεται από 8,0% το 2019 σε 6,4% το 2025.
Η κατάσταση διαφοροποιείται όσον αφορά την πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης και κατάρτισης. Στην Κύπρο, το ποσοστό ανήλθε στο 11,3% το 2024, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ στο 9,0%.
Σε επίπεδο ΕΕ, η μελέτη υποδεικνύει ότι η παιδική φτώχεια παραμένει σε ανησυχητικά επίπεδα. Το ποσοστό των παιδιών σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αυξήθηκε ελαφρά από 23,7% το 2019 σε 24,3% το 2025, αν και περισσότερα από μισά κράτη μέλη παρουσίασαν βελτίωση.
Η συμμετοχή παιδιών κάτω των τριών ετών στην προσχολική εκπαίδευση σε επίπεδο ΕΕ αυξήθηκε από 35,0% το 2019 σε 40,6% το 2025. Ωστόσο, η αύξηση για τα παιδιά σε κίνδυνο φτώχειας ήταν περιορισμένη, από 25,5% σε 25,9%, με τα υπόλοιπα παιδιά να αυξάνονται από 37,4% σε 45,0%. Στις ηλικίες από τρία έως την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η συνολική συμμετοχή ανήλθε από 91,0% σε 90,2%.
Η πρόωρη εγκατάλειψη της εκπαίδευσης και κατάρτισης στην ΕΕ μειώθηκε από 10,1% το 2019 σε 9,1% το 2025. Αντίθετα, οι ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες των παιδιών αυξήθηκαν από 1,7% το 2017 σε 3,2% το 2024, με τη μελέτη να επισημαίνει εμπόδια όπως οι ελλείψεις προσωπικού, οι χρόνες αναμονής, οι περιφερειακές ανισότητες και το κόστος.
Στις προτάσεις της μελέτης περιλαμβάνονται η ενίσχυση της πραγματικής πρόσβασης των παιδιών στις υπηρεσίες, πρόσθετη στήριξη για τα παιδιά που αντιμετωπίζουν πολλαπλά μειονεκτήματα, επαρκές προσωπικό και δυναμικότητα υπηρεσιών, καθώς και ισχυρότερος συντονισμός μεταξύ εθνικού, περιφερειακού και τοπικού επιπέδου. Τέλος, προτείνεται σταθερή χρηματοδότηση και ενίσχυση της παρακολούθησης με μετρήσιμους στόχους.


