Σάββατο, 3 Οκτωβρίου, 2026
ΑρχικήEΙΔΗΣΕΙΣΤί σημαίνει 'μισεύω';

Τί σημαίνει 'μισεύω';

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

μισεύω [misévo]  μππ. μισεμένος : (λαϊκότρ.) φεύγω για ταξίδι, για άλλη χώρα και ιδίως ξενιτεύομαι.

[μσν. μισεύω `διαλύω συνεδρίαση, ξαποστέλνω, φεύγω΄ < μίσ(α) `απόλυση΄ < υστλατ. missa `απόλυση της λειτουργίας΄ -εύω]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Advertisment -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Translate »