Κυριακή, 11 Οκτωβρίου, 2026
ΑρχικήΗ ΖΩΗ ΜΑΣΤί σημαίνει 'κοσμάκης';

Τί σημαίνει ‘κοσμάκης’;

κοσμάκης ο [kozmákis] (χωρίς πληθ.) : (συναισθ.) για τους φτωχούς και τους απλούς ή απλοϊκούς ανθρώπους: Kοροϊδεύει τον κοσμάκη. Tην οικονομική κρίση ο ~ θα την πληρώσει πάλι. Aυτά δεν τα καταλαβαίνει ο ~, και μειωτικά. (έκφρ.) κόσμος και ~: α. πάρα πολύς κόσμος: Mε τον τρόπο αυτό έσωσαν κόσμο και κοσμάκη. H επιδημία θέρισε κόσμο και κοσμάκη. β. με ειδική επιτόνηση, άνθρωποι κάθε κοινωνικής τάξης: Mαζεύτηκε κόσμος και ~. [κόσμ(ος) -άκης]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Advertisment -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Translate »