Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑρχικήΗ ΖΩΗ ΜΑΣΤί σημαίνει 'ξεδίνω';

Τί σημαίνει ‘ξεδίνω’;

ξεδίνω [kseδíno] αόρ. ξέδωσα, απαρέμφ. ξεδώσει : διασκεδάζω προσπαθώντας να ξεφύγω από τις καθημερινές έγνοιες και τα βάσανα: Θέλω και εγώ να ξεδώσω λίγο. Πρέπει ο άνθρωπος να ξεδίνει πού και πού· ΣYN ΦΡ το ρίχνω έξω. ΦΡ ξεδίνει ο νους μου.

[μσν. ξεδίνω < ξε- δίνω]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Advertisment -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Translate »