Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑρχικήΗ ΖΩΗ ΜΑΣΤι σημαίνει 'νεγκλιζέ';

Τι σημαίνει ‘νεγκλιζέ’;

νεγκλιζέ [neglizé] (άκλ.) : 1α.(ως επίθ.) ατημέλητος: Ήμουν ~ και δεν μπορούσα να τον δεχτώ. β. (ως επίρρ.): Είναι ντυμένη ~. 2. (ως ουσ.) το νεγκλιζέ, είδος ελαφριάς, πολυτελούς γυναικείας ρόμπας· ντεζαμπιγέ.

[λόγ. < γαλλ. négligé]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
- Advertisment -

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΧΟΛΙΑ

Translate »