
Γραφει ο Γιαννάκης Λ. Ομήρου,
τέως Πρόεδρος Βουλής των Αντιπροσώπων
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σούλτς δήλωσε πρόσφατα ότι «η Ευρώπη κινδυνεύει με κατάρρευση και δεν έχω ψευδαισθήσεις για την πραγματική κατάσταση στην Ε.Ε.». Όταν ο Πρόεδρος ενός εκ των κορυφαίων Ευρωπαϊκών Συλλογικών Θεσμικών Οργάνων της Ε.Ε., προβαίνει σε μια τέτοια δήλωση, τί άλλη χρεία υπάρχει για την περιγραφή της τραγικής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα;
Η οικονομική κρίση εξακολουθεί να πλήττει έντονα και παρατεταμένα την Ευρώπη. Οι εργασιακές σχέσεις απορρυθμίζονται. Οι μηχανισμοί ελέγχου της μετανάστευσης αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. Η οικονομική κρίση ιδιαίτερα στη νότια Ευρώπη, έχει οδηγήσει σε ένα κλίμα εσωστρέφειας και παρατεταμένης αμηχανίας. Η καλπάζουσα ανεργία, η μαζική φτώχεια, η ανέχεια και η κλιμακούμενη ύφεση προκαλούν ισχυρές αναταράξεις. Παράλληλα η εμπέδωση της Ευρώπης δύο ταχυτήτων, εκείνης του πλούσιου Βορρά και εκείνης του φτωχού Νότου υπονομεύει ευθέως τις αρχές και τις αξίες επί των οποίων οικοδομήθηκε η ενωμένη Ευρώπη ενώ το ΒΡΕΧΙΤ αντιμετωπίζεται αμήχανα και νευρικά.
Ενώπιον αυτών των φαινομένων η Ε.Ε. δεν μπορεί να στέκεται αμήχανη και παράλυτη. Οι λαοί και οι πολίτες αναμένουν πειστικές απαντήσεις στις ανησυχίες τους, πέρα από τα πολύπλοκα νομικά κείμενα και τις δαιδαλώδεις διαδικασίες στη λήψη αποφάσεων από τα ευρωπαϊκά συλλογικά θεσμικά όργανα. Το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης υφίσταται ρωγμές. Για να πεισθούν οι πολίτες και οι λαοί να συμπορευθούν με το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, χρειάζεται μια εκ βάθρων αποσαφήνιση της πορείας προς το μέλλον. Όμως, ο καθορισμός πορείας προς το μέλλον επιβάλλει επιλογές που δεν θα κινούνται στη λογική της υπαγωγής των πάντων στα κριτήρια της δημοσιονομικής πειθαρχίας, της λιτότητας και των «συμφώνων σταθερότητας».
Μια αποτελεσματική απάντηση στην παρατεινόμενη κρίση στην Ευρώπη πρέπει να είναι εφάμιλλη του πολιτικού μεγέθους της κρίσης. Η μεγαλύτερη παγκόσμια ύφεση από τη δεκαετία του 1930, ως αποτέλεσμα της αχαλίνωτης απληστίας και στρέβλωσης των κανόνων της αγοράς, της απουσίας εποπτικού ελέγχου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και της επικυριαρχίας των αγορών στο χώρο της οικονομικής διακυβέρνησης είχε πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Η κρίση χρέους, που έχει συγκλονίσει την Ευρωζώνη, τονίζει την επείγουσα ανάγκη για αντιμετώπιση κρίσιμων πολιτικών και θεσμικών θεμάτων, από τα οποία εξαρτάται ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης της Ένωσης. Οι προσπάθειες ανάκαμψης αποδεικνύονται μια μακρά και επίμονη άσκηση. Η απόγνωση και αβεβαιότητα των πολιτών εντείνονται, ενώ η Ευρώπη γίνεται όλο και πιο απόμακρη. Η αμφισβήτηση της Ε.Ε. είναι πλέον μια πραγματικότητα όχι μόνο από τη θορυβώδη έξοδο της Βρετανίας/
Η αρνητική πλευρά της παγκοσμιοποίησης αποκάλυψε ένα πάσχον οικονομικό σύστημα, που χρήζει μεταρρύθμισης, για να διασφαλιστεί ότι η πραγματική οικονομία θα επικρατήσει έναντι της αχαλίνωτης κερδοσκοπίας.
Ότι η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η διαφάνεια και η χρηστή διακυβέρνηση θα εφαρμοστούν σε ένα υγιές σύστημα ελέγχων και ισορροπιών και σε περαιτέρω ρύθμιση και εποπτεία των αγορών. Μια ισορροπημένη προσέγγιση, τηρεί ασφαλείς αποστάσεις από νεοφιλελεύθερα μοντέλα και μοντέλα πλήρους κρατισμού, που έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα και έχουν καταρρεύσει. Είναι μια προσέγγιση ανθρωποκεντρική και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της κοινωνίας. Τα αυστηρά μέτρα λιτότητας από μόνα τους, που έχουν ως αποτέλεσμα την απότομη πτώση της ζήτησης και την απότομη αύξηση της ανεργίας, αποδεικνύονται ισχυρά αντί –αναπτυξιακά μέτρα. Οι άκαμπτες πολιτικές βιωσιμότητας που επιβάλλει η Τρόικα, ανεξάρτητα από τις ανάγκες των ανθρώπων και επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής τους, εμβαθύνουν περαιτέρω την ύφεση και ανακυκλώνουν την κρίση. Η Τρόικα ως ένα μη δημοκρατικά νομιμοποιημένο Όργανο, το οποίο μάλιστα δεν υπόκειται σε κανενός είδους έλεγχο, δέχεται πλέον πυρά πανταχόθεν.
Τα τελευταία χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιδιώξει δραστικές μεταρρυθμίσεις στις προσπάθειες της για σταθεροποίηση της Ευρωζώνης και δημιουργία ανάπτυξης. Δόθηκε έμφαση στην αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία, στη βελτίωση της νομοθεσίας, της διακυβέρνησης και του συντονισμού, στις προσπάθειες για περαιτέρω εμβάθυνση της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, με απώτερο στόχο την πολιτική Ένωση. Ωστόσο η βιωσιμότητα του χρέους, η ανταγωνιστικότητα και η διαρθρωμένη οικονομική ανάπτυξη θα έπρεπε να συνδυάζονται με την κοινωνική συνοχή. Θα έπρεπε ακόμη να δοθεί πλήρης ώθηση στην κοινωνική διάσταση, ώστε να αντικατοπτρίζεται οριζόντια σε όλες τις πολιτικές ανάπτυξης.
Η πολιτική που ακολουθήθηκε ήταν ωστόσο η λιτότητα, η ασφυκτική δημοσιονομική πειθαρχία και η απουσία κοινωνικής ευαισθησίας.
Η κρίση κατέδειξε την οικονομική αλληλεξάρτηση των κρατών – μελών, την συνυπευθυνότητά τους και την ανάγκη για υποστήριξη των θεμελιωδών αρχών της Ένωσης, κυρίως της αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη έναντι των κρατών, που δέχονται μεγαλύτερες οικονομικές πιέσεις, έπρεπε να μεταφραστεί σε γενναιόδωρες πολιτικές αποφάσεις που να εκτείνονται, από την αποσύνδεση του τραπεζικού χρέους από το δημόσιο χρέος και την έκδοση Ευρωομολόγων, ως τη δικαιότερη κατανομή των δημοσιονομικών πόρων της Ένωσης.
Στην περίπτωση μάλιστα της Κύπρου η αλληλεγγύη έπρεπε να είναι αυτονόητη καθώς πρόκειται για μια χώρα η οποία κατέχεται στρατιωτικά επί σαράντα χρόνια, με 200 χιλιάδες πρόσφυγες, αγνοουμένους, θύματα της τουρκικής εισβολής και με απώλεια του 70% των πλουτοπαραγωγικών της πόρων.
Παράλληλα παρουσιάζεται στην Ένωση μια μοναδική ευκαιρία να εξέλθει πολιτικά και θεσμικά ισχυρότερη από την κρίση, με ενισχυμένη δημοκρατική νομιμότητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Ο αναβαθμισμένος ρόλος, που προσδίδει στα εθνικά κοινοβούλια και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η Συνθήκη της Λισαβόνας, πρέπει να αποκτήσει πλήρες νόημα και να αντανακλάται σε όλες τις πολιτικές και δράσεις της Ένωσης. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη της αναγκαίας συναίνεσης. Η συμβολή του κοινοβουλευτισμού στο νέο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης είναι υψίστης σημασίας όσον αφορά στην ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου και της νομιμότητας.
Η έντονη κριτική που δέχεται πλέον η σημερινή πολιτική κατεύθυνση της Ευρώπης και οι ολοένα εντεινόμενες φωνές για αλλαγή πολιτικών προς την ανάπτυξη, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας την αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή, αποτελούν μια μεγάλη ελπίδα στη σημερινή καταχνιά.
Βέβαια η επιχειρούμενη ισοπέδωση των κοινωνιών προκαλεί ήδη τα αντανακλαστικά τους. Τα νέα κοινωνικά μέτωπα σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία κ αι όχι μόνο, προδιαγράφουν το αυτονόητο. Ότι η παραγνώριση των αναγκών των κοινωνιών και των ανθρώπων, η επιβολή μέτρων χωρίς τη συναίνεση των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας, δημιουργεί κινδύνους κοινωνικών εκρήξεων και πολιτικών μεταλλάξεων.
Για να βρει ξανά η οικονομία την κοινωνική της διάσταση, για να δοθούν λύσεις στην κρίση της απασχόλησης και την ανεργία και για να οριοθετηθεί ξανά το κοινωνικό κράτος μέσα στις δύσκολες συνθήκες της ανταγωνιστικότητας, είναι αναγκαία η εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων δοξασιών, που επιβάλλουν σήμερα οι κυρίαρχοι ηγεμονικοί κύκλοι στην Ευρώπη.
Αν αυτό δεν συμβεί, είναι βέβαιο ότι τη σημερινή αμφισβήτηση θα ακολουθήσουν πολιτικές μεταβολές αλλά και κοινωνικές εκρήξεις. Αναμφίβολα αναζητείται μια προοδευτική στρατηγική όσο ακόμα υπάρχει χρόνος.
26.10.2016


