Τί σημαίνει 'έβγα';

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ
έβγα το [évγa]  (άκλ.) : (προφ., λαϊκότρ.) τόπος ή χρόνος εξόδου· έξοδος. ANT έμπα: Στο ~ του χωριού. Στο έμπα χίλιους σκότωσε, στο ~ δυο χιλιάδες. || τέλος χρονικής περιόδου: Στο ~ του χρόνου / του χειμώνα, στα τέλη.
[μσν. έβγα το < ουσιαστικοπ. προστ. έβγα του ρ. βγαίνω]
Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής