Απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες Ηλιάδης, Κυπρή για την 3η υπόθεση της Τράπεζας Κύπρου


Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας απάλλαξε σήμερα τους Ανδρέας Ηλιάδη και Γιάννη Κυπρή από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν σε σχέση με την τρίτη υπόθεση της Τρ. Κύπρου που αφορά στην επαναταξινόμηση των ομολόγων της Τράπεζας.

Το Κακουργιοδικείο έκανε αποδεκτή την προδικαστική ένσταση που ήγειραν οι συνήγοροι υπεράσπισης των δύο κατηγορουμένων για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω κοινού θεμέλιου γεγονότων αυτής της υπόθεσης με τις άλλες δύο ποινικές υποθέσεις της Τράπεζας Κύπρου.

Το κοινό θεμέλιο – το οποίο ο συνήγορος υπεράσπισης του κ. Ηλιάδη προσομοίασε με το σπόρο ή τη ρίζα ενός φυτού – είναι τα ελληνικά ομόλογα. Υπέβαλε μάλιστα ότι η κατάχρηση είναι κατάφωρη και εξόφθαλμα αυτό που συντελείται σε βάρος του πελάτη του δεν είναι δίωξη αλλά καταδίωξη.

Ο συνήγορος υπεράσπισης του κ. Ηλιάδη ήταν ο Κρις Τριανταφυλλίδης μαζί με τον κ. Σταύρου και τον κ. Μάνουλο, ενώ ο δικηγόρος του κ. Κυπρή ήταν ο Ηλίας Στεφάνου.

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κ. Ν. Κέκκος είχε εκφράσει τη θέση ότι η υπεράσπιση απέτυχε να αποδείξει στο επίπεδο που της αναλογεί ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με αυτά των προηγούμενων δύο υποθέσεων, καλώντας το δικαστήριο να απορρίψει την προδικαστική ένσταση και να προχωρήσει με την κυρίως δίκη.

Ανακοινώνοντας την απόφαση του, το τριμελές Κακουργιοδικείο αποτελούμενο από τους Λ. Καλογήρου, Στ. Σταύρου και Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, έκρινε ότι οι τρεις υποθέσεις, έχουν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση γεγονότων η οποία δεν είναι άλλη από τα ελληνικά ομόλογα.

«Δεν έχει σημασία η χρονική περίοδος, το κατά πόσο τα ομόλογα ήταν ίδια ή διαφορετικά, αν διαφέρει η ποσότητα και αν οι αποδιδόμενες στους κατηγορούμενους πράξεις και/ή παραλείψεις διαφέρουν από υπόθεση σε υπόθεση. Σημασία έχει ότι το θέμα των ελληνικών ομολόγων, στη γενικότητα του, αναδεικνύεται μέσα από τις εκθέσεις…», προστίθεται.

Οι τρεις δικαστές σημειώνουν, μεταξύ άλλων, στην απόφαση τους ότι «εκείνο το οποίο δεν κατανοούμε είναι, γιατί, αφού ο κοινός παρονομαστής ήταν εξ αρχής γνωστός, καταχωρήθηκε εσπευσμένα η πρώτη υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων χωρίς να ολοκληρωθούν οι αστυνομικές εξετάσεις;», και προσθέτουν: «Το προαναφερθέν ερώτημα γίνεται πολύ πιο βασανιστικό μετά την καταχώριση και της δεύτερης υπόθεσης».

«Πώς είναι δυνατό δηλαδή να καταχωρείται δεύτερη υπόθεση στις 25/9/2015, δυόμιση χρόνια δηλαδή μετά την παραλαβή της έκθεσης Alvarez & Marsal, ένα χρόνο μετά την παραλαβή της έκθεσης Τσολάκη, πλήρως συμπληρωμένης με παρατήματα και καταθέσεις και 10 μήνες μετά την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης και το θέμα να μην τελειώνει εκεί;», διερωτώνται.

Αντίθετα, όπως αναφέρουν, « να συνεχίζεται η διερεύνηση της υπόθεσης και μετά από ενάμιση χρόνο να καταχωρείται και τρίτη υπόθεση – η παρούσα εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, έχοντας πάντα τον ίδιο κοινό παρονομαστή…».

Το δικαστήριο επισημαίνει ότι « δεν βρίσκουμε να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την καταχώριση δεύτερης υπόθεσης, πόσο μάλλον τρίτης, 2 και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση της πρώτης και 7 χρόνια μετά τα όσα τους καταλογίζονται στο κατηγορητήριο. Το ότι η υπόθεση ήταν πολύπλοκη και έχρηζε διεξοδικής διερεύνησης δεν αποτελεί δικαιολογία.Όπως δεν αποτελεί δικαιολογία το ότι η Αστυνομία ασχολείτο με πολλές υποθέσεις της οικονομίας».

«Θα έπρεπε, είτε να ολοκληρωνόταν νωρίτερα το όλο ανακριτικό έργο και οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης να εντάσσονταν αν όχι στην πρώτη υπόθεση, τουλάχιστον στη δεύτερη, είτε, αν τούτο χρονικά δεν ήταν εφικτό, να εντάσσονταν όλες οι κατηγορίες, στα πλαίσια μιας μετέπειτα ενιαίας υπόθεσης, όπως την παρούσα», αναφέρει η απόφαση.

Επ’ αυτού, συνεχίζει το δικαστήριο, « να επισημάνουμε και μια άλλη παραδοξότητα που προκύπτει από τις τρεις υποθέσεις. Στην πρώτη υπόθεση, που καταχωρήθηκε το 2014, καταλογίζονταν στους κατηγορούμενους αδικήματα που φέρονταν να διαπράχθηκαν το 2012. Στη δεύτερη υπόθεση, που καταχωρήθηκε το 2015, καταλογίζονταν στους κατηγορούμενους αδικήματα που φέρονταν να διαπράχθηκαν το 2010 και σε απροσδιόριστο χρόνο μετά το 2013 (κατηγορίες 5 και 6) και σε αυτή την υπόθεση, που καταχωρήθηκε το 2017, καταλογίζονται στους κατηγορούμενους αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ 2010-2011. Με άλλα λόγια, κινούμαστε αντίστροφα από πλευράς χρονικής συνάφειας κατηγοριών και χρονολογικής καταχώρησης υποθέσεων».

Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγει η απόφαση, « η διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 διακόπτεται και οι κατηγορούμενοι αυτοί απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν».

Η διαδικασία συνεχίζεται για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους που είναι οι Χρίστης Χατζημιτσής, Νικόλας Καρυδάς, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, Ελίζα Λειβαδιώτου και Δέσποινα Κυριακίδου. Όλοι οι κατηγορούμενοι απάντησαν την 01/06/2017 μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

Οι πέντε πλέον κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δεκαέξι κατηγορίες, τέσσερις για πλαστογραφία και αντίστοιχες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, τρεις για χειραγώγηση της αγοράς, τρεις για ψευδείς λογαριασμούς και δύο για συνωμοσία προς καταδολίευση.

Η υπόθεση θα συνεχιστεί στις 17 και 18 Ιανουαρίου του 2019 και ώρα 9 το πρωί.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Ηλιάδης είχε κριθεί, μαζί με την Τράπεζα Κύπρου, ένοχος από το Κακουργιοδικείο στην πρώτη υπόθεση της Τράπεζας και στην κατηγορία της χειραγώγησης της αγοράς και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2,5 ετών. Στις 12/09/2018, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, αθωώνοντας τον κ. Ηλιάδη και την Τράπεζα Κύπρου. Κατηγορούμενος στην πρώτη υπόθεση ήταν και ο Γιάννης Κυπρή, ο οποίος αθωώθηκε ως επίσης και οι άλλοι κατηγορούμενοι στην ίδια υπόθεση.

Ο Ανδρέας Ηλιάδης και ο Γιάννης Κυπρή ήταν κατηγορούμενοι και στη δεύτερη υπόθεση της Τράπεζας Κύπρου, που αφορούσε την εξαγορά των ελληνικών ομολόγων και την παράλειψη της Τράπεζας να ενημερώσει τους μετόχους για τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης.

Το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας έχει απαλλάξει όλους τους κατηγορούμενους από αυτή την υπόθεση μετά από σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε τη διακοπή της δίκης με το αιτιολογικό ότι το κατηγορητήριο της υπόθεσης δεν αποκάλυπτε ποινικό αδίκημα.