Τι σημαίνει λακίζω;

λακίζω: φεύγω, απομακρύνομαι γρήγορα, τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια κυρίως μπροστά σε εχθρό, αντίπαλο ή κίνδυνο (ακόμα και κατά φαντασίαν)· το σκάω: Λακίσανε τρομαγμένοι μπροστα στην ορμή των αντιπάλων.

Με το που άρχισε να αισθάνεται πράγματα λάκισε. Χέστηδες παιδί μου παντού, λες και θα τους ζητήσεις το χέρι να πούμε. 

Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής/ikypros