Τι σημαίνει βυσματώνω;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

βυσματώνω: χρησιμοποιώ πλάγια μέσα για να αποκτήσω μια θέση ή προνόμια με αποτέλεσμα να τα στερηθεί κάποιος άλλος: Θα έπαιρνα άδεια αυτή τη βδομάδα αλλά με βυσμάτωσαν.

Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής