Τί σημαίνει 'κλεφτοκοτάς';

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

κλεφτοκοτάς ο [kleftokotás]: (οικ.) αυτός που κλέβει κότες και με επέκταση μειωτικά, αυτός που κλέβει ασήμαντα πράγματα.

[κλεφτο- + κότ(α) -άς]

 Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής