Τί σημαίνει 'ιρασιοναλισμός';

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ιρασιοναλισμός ο [irasionalizmós]: (φιλοσ.) θεωρία σύμφωνα με την οποία οι δυνατότητες της λογικής είναι περιορισμένες. ANT ρασιοναλισμός. [λόγ. < γαλλ. irrationalisme (-isme = -ισμός)]

 Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής