Συνέχεια στη δίκη της πρώην Λαϊκής


Τα συμπεράσματα του πορίσματος του Ερευνώντος Λειτουργού Ράκη Χριστοφόρου αναφορικά με την ανάγκη απομείωσης της υπεραξίας των ελληνικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, ύψους €330 εκ. ευρώ κατ’ ελάχιστον, είναι αβάσιμα, αυθαίρετα και μη αξιόπιστα, κατέθεσε ο καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέχρι πρόσφατα Πρόεδρος της Εποπτικής Αρχής των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών Ελλάδας(ΕΛΤΕ) Απόστολος Ρεφενές.
Ο κ. Ρεφενές κατέθεσε σήμερα ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, ως μάρτυρας υπεράσπισης του τότε Διευθύνοντα Σύμβουλου της Τράπεζας Ευθύμιου Μπουλούτα, εκ των κατηγορουμένων στην ποινική υπόθεση εναντίον υψηλόβαθμων στελεχών της Λαϊκής, στο πλαίσιο της απολογίας του κ. Μπουλούτα.
Ο καθηγητής κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως μέρος της κύριας εξέτασης του, την έκθεση εμπειρογνωμοσύνης που ετοίμασε μετά από σχετικό αίτημα της υπεράσπισης Μπουλούτα σχετικά με το κατηγορητήριο της υπόθεσης. Η αντεξέταση του από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής θα γίνει την ερχόμενη Δευτέρα.
Ο μάρτυρας σημειώνει στην έκθεση του ότι οι γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις που έκαναν οι κατηγορούμενοι με την ιδιότητά τους ως μέλη της διοίκησης της Τράπεζας ήταν οι δέουσες και ενδεδειγμένες, σύμφωνα τόσο με το γράμμα όσο και το πνεύμα των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς(ΔΠΧΑ) και με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είχαν ή θα εδύναντο, όσο αυξημένη επιμέλεια και αν επεδείκνυαν, να έχουν στην διάθεσή τους κατά την ημερομηνία δημοσίευσης, στις 29/11/2011.
Η Διοίκηση, όπως αναφέρει ο κ. Ρεφενές, κατάρτισε τις συνοπτικές καταστάσεις με την επίδειξη της δέουσας σύνεσης, όπως επιβάλλουν τα ΔΠΧΑ, προκειμένου να αποτρέψει μόνιμη βλάβη στους μετόχους βασιζόμενη μόνον σε αβέβαιες ενδείξεις και μη εκτιμήσιμες επιδράσεις. Τουναντίον, πρόσθεσε, η τυχόν λογιστικοποίηση μη αναστρέψιμης ζημιάς δεν θα συνιστούσε συνετή κρίση.
Επισημαίνει επίσης ότι οι συνετοί χρήστες, στους οποίους εξ ορισμού απευθύνονται οι οικονομικές καταστάσεις ενημερώθηκαν με πληρότητα και ακρίβεια για τις εκτιμήσεις της Διοίκησης και πως η Διοίκηση ενήργησε ορθά και μέσα στο πλαίσιο της εξισορρόπησης της Εγκαιρότητας vs Αξιοπιστίας της πληροφόρησης, όπως ορίζεται στο ΔΠΧΑ, με την επιλογή του τρόπου και μορφής πληροφόρησης «και τον οποίο κρίνω ως πλέον κατάλληλο και ενδεδειγμένο».
Σύμφωνα με την έκθεση του μάρτυρα, οι πληροφορίες και οι γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις δεν σκοπούν στο να υποκαταστήσουν την κρίση των επενδυτών στη λήψη των αποφάσεων τους ει μη μόνον να παράσχουν κατανοητή, συναφή και αξιόπιστη πληροφόρηση, η οποία παρουσιάζεται με καλή πίστη και η οποία συμβιβάζει με σύνεση τις αβεβαιότητες, οι οποίες είναι εγγενείς στην άσκηση της επαγγελματικής κρίσης που απαιτείται για να γίνουν οι αναγκαίες εκτιμήσεις σε συνθήκες αβεβαιότητας.
Οι συντάσσοντες τις οικονομικές καταστάσεις, προσθέτει, καλούνται να ενεργήσουν με την άσκηση της προσήκουσας επαγγελματικής κρίσης (professional judgment) και με την πληροφόρηση που είχαν η θα μπορούσαν να έχουν στην διάθεσή τους κατά τον χρόνο που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Εξυπακούεται, προστίθεται στη έκθεση, ότι εκ της φύσεώς της η επαγγελματική κρίση δεν είναι αλάνθαστη και δύναται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, να υποβάλλεται σε αξιολόγηση.
Ο μάρτυρας εκφράζει τη θέση ότι δεν υπήρχε υποχρέωση εγγραφής συγκεκριμένης απομείωσης στις συνοπτικές καταστάσεις και πως η απλή ενημέρωση των επενδυτών μέσω των σημειώσεων(notes) στις οικονομικές καταστάσεις ήταν επαρκής.
Υποστηρίζει επίσης ότι το Πόρισμα του Ερευνώντος Λειτουργού δεν εισφέρει καμία ένδειξη ότι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης(29/11/2011) υπήρχε δυνατότητα εκτίμησης και συνεπώς τα συμπεράσματα του είναι αβάσιμα, αυθαίρετα και μη αξιόπιστα.
«Κατ αρχάς, ο Ερευνών Λειτουργός δεν έχει προβεί σε ουδεμία εκτίμηση για απομείωση της Υπεραξίας κατά την Ημερομηνία Αναφοράς (30.09.2011) ή Ημερομηνία Ανακοίνωσης. Αυτό είναι σαφές από το Πόρισμά του. Απλά καταθέτει στην Αστυνομία ότι κατά τη γνώμη του κάποια απομείωση (τουλάχιστον 330 εκ.) θα έπρεπε να είχε γίνει σε προγενέστερο χρόνο (30.06.2011)», σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στην έκθεση του.
Και συνεχίζει σημειώνοντας ότι «δεν υπάρχει πρόνοια για κατ ελάχιστον απομείωση. Στα ΔΠΧΑ οι λογιστικοποιήσεις απομείωσης υπεραξίας δεν γίνονται ούτε κατ` ελάχιστον ούτε σε δόσεις. Ή γίνονται στο ακέραιο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της διοίκησης όταν αυτές είναι πλήρεις, ουδέτερες και απηλλαγμένες από σφάλματα ή δεν γίνονται λόγω αδυναμίας εκτίμησης και πάντα με την επίδειξη της προσήκουσας σύνεσης».
Ο μάρτυρας καταλήγει στο συμπέρασμα «ότι ο υπολογισμός του ελάχιστου ποσού απομείωσης είναι αυθαίρετος και αβάσιμος, ενέχει παράδοξα και είναι αναξιόπιστος».
Συμπεραίνει επίσης ότι τα σενάρια που παρουσιάζονται στην από 16/10/2017 Συμπληρωματική Έκθεση του κ. Ράκη Χριστοφόρου «παρουσιάζουν ελλείψεις ως προς την τεκμηρίωση των χρησιμοποιούμενων παραδοχών, ήτοι πηγή και μεθοδολογία υπολογισμού των παραμέτρων, καθώς και αντιφάσεις ως προς τις παραδοχές που χρησιμοποιήθηκαν στα σενάρια του από Σεπτεμβρίου 2014 Πορίσματος, με αποτέλεσμα τα συμπεράσματά της να καθίσταται πλήρως αναξιόπιστα».
Ως εκ τούτου, καταλήγει, «οι εκτιμήσεις του κου Χριστοφόρου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθούν για λογιστικοποίηση δαπάνης διότι παραβιάζουν ευθέως τους γενικούς κανόνες αναγνώρισης δαπανών που ορίζουν τα Δ.Π.Χ.Α.».
Κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι, εκτός από τον Ευθύμιο Μπουλούτα, ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος Παναγιώτης Κουννής, ο μη εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Νεοκλής Λυσάνδρου και το μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου Μάρκος Φόρος.
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας με ενδιάμεση απόφαση του στις 21/03/2018 αποφάσισε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν καλώντας τους σε απολογία.
Για όλους τους κατηγορούμενους ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής τους από το δικαστήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.