Τί σημαίνει ‘ψαροφάγος’;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ψαροφάγος ο [psarofáγos]: 1.(λαϊκότρ.) α. θαλασσοπούλι με μακρύ ράμφος, που τρέφεται κυρίως με ψάρια· ψαροπούλι· αλκυόνα. β. το πουλί ερωδιός. 2. (προφ.) ως χαρακτηρισμός προσώπου που του αρέσει να τρώει ψάρια.

[ψαρο- 1 + -φάγος]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής