Τί σημαίνει ‘ώνια’;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ώνια τα [ónia] : (λόγ., στράτ.) τα ψώνια: Aξιωματικός ωνίων.

[λόγ. < αρχ. ὤνια τα, ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ὤνιος `για πούλημα΄]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής