Τί σημαίνει ‘χαβαλέ’;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

χαβαλέ [xavalé] επίρρ. : (οικ.) για να δηλώσουμε ότι κάνουμε κτ. χωρίς σοβαρή προσπάθεια: Δε διάβασα· έδωσα εξετάσεις ~.

[τουρκ. havale `μετάθεση μιας υπόθεσης΄ (από τα αραβ.)]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής