Τί σημαίνει ‘ιδεατός’;

ΛΕΞΗ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

ιδεατός -ή -ό [iδeatós] : που υπάρχει μόνο στη νόησή μας, που γίνεται αντιληπτός μόνο ως ιδέα· νοητός. ANT αισθητός, πραγματικός: Ο ~ κόσμος. || Iδεατή μορφή, ιδανική.

[λόγ. ιδέα -τός κατά το θεατός, σφαλερή δημιουργία αντί π.χ. ιδεαστός, μτφρδ. γαλλ. idéal]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής