Η Τερέζα Μέι αποκλείει δεύτερο δημοψήφισμα

Η πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι απέκλεισε τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος προκειμένου η χώρα της να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει πισωγύρισμα στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του Ιουνίου του 2016.

“Φεύγουμε από την ΕΕ και δεν τίθεται θέμα για δεύτερο δημοψήφισμα ή για επιστροφή και νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό”, δήλωσε σήμερα η Μέι κατά τη διάρκεια της 54ης Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια.

“Οι πολίτες στο Ηνωμένο Βασίλειο αισθάνονται πολύ έντονα ότι αν λάβουμε μια απόφαση, τότε οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει να αλλάξουν γνώμη και να πουν όχι, κάνατε λάθος”, δήλωσε η Τερέζα Μέι όταν ρωτήθηκε αν η Βρετανία θα εξέταζε τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος.

Νέα συνθήκη για την άμυνα και την ασφάλεια ζητά η Μέι από την ΕΕ 

Την επιθυμία της Βρετανίας να διατηρήσει τη στενή συνεργασία σε θέματα άμυνας και ασφάλειας με την Ευρώπη και μετά από το Brexit, εξέφρασε από το βήμα της Διάσκεψης για την Ασφάλεια που διεξάγεται στο Μόναχο η Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι.

«Η ασφάλεια της Ευρώπης είναι δική μας ασφάλεια (…) και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αποφασισμένο δίχως όρους να τη διατηρήσει», ανέφερε χαρακτηριστικά στην ομιλία της η κα Μέι.

Όπως τόνισε, ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος είναι μία νέα συνθήκη για τη συνεργασία σε θέματα ασφαλείας και άμυνας μεταξύ των δύο πλευρών, συνθήκη που θα μπορούσε να συμφωνηθεί έως το τέλος του 2019 και να είναι εύκολα προσαρμόσιμη στις όποιες νέες απειλές προκύπτουν, όπως στις επιθέσεις στον κυβερνοχώρο ή μέσω του διαστήματος.

«Είναι προς το συμφέρον όλων μας να βρούμε τρόπους να προστατεύουμε τους πολίτες μας», είπε η Βρετανίδα πρωθυπουργός και αφού παραδέχθηκε ότι «καμία υφιστάμενη συμφωνία ασφαλείας δε ‘συλλαμβάνει’ πλήρως το βάθος και το εύρος που απαιτείται για μία νέα σχέση» σημείωσε ότι υπάρχει προηγούμενο για τέτοιου είδους συμφωνίες με τρίτες χώρες.

«Δεν υπάρχει νομικός ή επιχειρησιακός λόγος για τον οποίο μία συμφωνία δε θα μπορούσε να επιτευχθεί ως προς την εσωτερική ασφάλεια», τόνισε η Τερέζα Μέι.

Προειδοποίησε μάλιστα τις Βρυξέλλες ότι ενδεχόμενη άρνηση σε μια τέτοια νέα συμφωνία ασφαλείας θα ήταν προϊόν «πολιτικού δογματισμού και ιδεολογίας, με πραγματικές παγκόσμιες συνέπειες για όλους τους λαούς σε Ηνωμένο Βασίλειο και σε ΕΕ».

Πάντως στο εσωτερικό της Βρετανίας, αλλά και στις Βρυξέλλες, η κα Μέι κατηγορείται από τους πολέμιους του Brexit για διγλωσσία, καθώς υποστηρίζουν ότι η μελλοντική συνεργασία σε θέματα ασφάλειας υπονομεύεται από την απροθυμία της να δεχθεί κάποια τη δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (που εποπτεύει π.χ. την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης) επί βρετανικών υποθέσεων στο μέλλον.

Αναφερόμενη σε θέματα αμυντικής συνεργασίας η κα Μέι στάθηκε ιδιαιτέρως σε τρεις άξονες:
–          την κοινή διπλωματία που πρέπει να καθορίζεται σε περιπτώσεις αντίδρασης σε γεγονότα παγκόσμιου ενδιαφέροντος, προσθέτοντας ότι η Βρετανία θα τηρήσει στο μέλλον τις διεθνείς κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από την ΕΕ
–          την επιχειρησιακή συνεργασία, που σημαίνει ότι το Λονδίνο είναι διατεθειμένο να αναπτύσσει στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμό σε επιχειρήσεις της ΕΕ
–          την αναπτυξιακή βοήθεια σε τρίτες χώρες, με την κα Μέι να λέει ότι αν και μετά από το Brexit η Βρετανία θα είναι εκείνη που θα καθορίζει πόσα χρήματα θα δίνει σε διεθνή αναπτυξιακά προγράμματα θα είναι «ανοιχτή» στο να συνεισφέρει σε προγράμματα οικονομικής βοήθειας που προσφέρει η ΕΕ.

Σημειώνεται ότι χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος φέρονται σύμφωνα με διπλωμάτες να έχουν εκφράσει προβληματισμό για το εύρος του ρόλου που θα μπορούσε να έχει η Βρετανία μετά από το Brexit στη συμμετοχή ή στον καθορισμό της ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, καθώς φοβούνται ότι θα δημιουργούταν προηγούμενο για άλλες τρίτες χώρες, όπως η Τουρκία. Έντονες ενστάσεις φέρεται να έχει και η Γαλλία για το μελλοντικό ρόλο της Βρετανίας σε θέματα άμυνας της ΕΕ.

Στις ερωταποκρίσεις που ακολούθησαν την ομιλία της, η Τερέζα Μέι απέκλεισε το ενδεχόμενο δεύτερου δημοψηφίσματος ή άλλου τρόπου αποτροπής της εξόδου της χώρας της από την ΕΕ.