Τί σημαίνει ‘ζαμανφουτισμός’;

ΛΕΞΗ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

ζαμανφουτισμός ο [zamanfutizmós] : στάση αδιαφορίας και περιφρόνησης προς όλα όσα θα έπρεπε να ενδιαφέρουν και να απασχολούν κπ.: Ο ~ του έφτανε τα όρια του αμοραλισμού. Ο ~ τους δεν έχει όρια.

[λόγ. < γαλλ. je-m΄en-foutisme (δες στο ζαμάν φου) (-isme = -ισμός)]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής