Τί σημαίνει ‘εγκάθειρκτος’;

ΛΕΞΗ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

εγκάθειρκτος -η -ο [eŋgáθirktos] : (νομ.) που εκτίει ποινή κάθειρξης· (πρβ. φυλακισμένος, έγκλειστος, κρατούμενος).

[λόγ. < ελνστ. ἐγκάθειρκτος]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής