Έξαρση των ιογενών λοιμώξεων στα παιδιά


Τους τελευταίους μήνες και μετά το άνοιγμα των βρεφοκομικών σταθμών και νηπιαγωγείων παρατηρήθηκε η αναμενόμενη έξαρση ιογενών λοιμώξεων, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται και ιώσεις που προκαλούνται από μια μεγάλη ομάδα ιών που ονομάζονται εντεροϊοί. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Παιδιατρικής Εταιρείας, δύο από τους ιούς αυτούς (Coxsackie Α16 και Enterovirus 71) ευθύνονται για τα περισσότερα περιστατικά της νόσου των χεριών, ποδιών και στόματος.
Πρόκειται για μια ήπια παιδική ασθένεια η οποία προσβάλλει συνήθως παιδιά από 6 μηνών μέχρι 5 ετών αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και σε παιδιά μέχρι 10 ετών. Σε ενήλικες εμφανίζεται ακόμα σπανιότερα, συνήθως με ηπιότερη ή άτυπη συμπτωματολογία, μεταδίδεται δε αρκετά εύκολα.
Ο ιός μπορεί να ανιχνευθεί στο στόμα, τη μύτη, τα κόπρανα και στις φυσαλίδες που υπάρχουν στις παλάμες και στα πέλματα. Ως εκ τούτου μεταδίδεται με τον βήχα, το φτάρνισμα, το φιλί, με τη κοινή χρήση αντικειμένων (ποτήρια, πιάτα, παιγνίδια), την άμεση επαφή με τις φυσαλίδες του δέρματος (εάν έχουν σπάσει) και τέλος με τα κόπρανα του ασθενούς. Η μετάδοση γίνεται συνήθως τις πρώτες 7 ημέρες και σπανιότερα μέχρι 2-3 εβδομάδες.
Αρκετά παιδιά μπορεί να μην παρουσιάσουν συμπτώματα ή να παρουσιάσουν πολύ λίγα και ελαφρά, που να περάσουν απαρατήρητα. Σε αρκετές όμως περιπτώσεις το παιδί έχει πυρετό, όχι κατ’ ανάγκη ψηλό, που διαρκεί 2-3 ημέρες, είναι αδιάθετο, και εκνευρισμένο. Μετά από μία έως δύο μέρες εμφανίζονται στο στόμα (ούλα, γλώσσα και στο εσωτερικό των χειλιών και των παρειών) μικρές κοκκινίλες, φυσαλίδες ή ακόμα και έλκη (άφθες). Παράλληλα εμφανίζεται εξάνθημα στις παλάμες, τα πέλματα και σε μερικά παιδιά στη περιοχή των γονάτων, των αγκώνων και της περιγεννητικής περιοχής.
Μέχρι την ηλικία των 5 ετών τα πιο πολλά παιδιά ήρθαν σε επαφή με τον ιό και απέκτησαν δια βίου ανοσία (για το συγκεκριμένο στέλεχος). Οι έγκυες που έρχονται σε επαφή με τον ιό δεν φαίνεται να διατρέχουν οποιοδήποτε κίνδυνο.
Η θεραπεία βασίζεται στα αντιπυρετικά και την καλή ενυδάτωση, Αντιβιοτικά δεν χορηγούνται. Όπως σημειώνει η Παιδιατρική Εταιρεία, εμβόλιο για την νόσο δεν υπάρχει γι’ αυτό πρέπει να ακολουθούμε αυστηρά τους βασικούς κανόνες υγιεινής, δηλαδή καλό και συχνό πλύσιμο των χεριών, καλός καθαρισμός ή και απολύμανση οποιουδήποτε αντικειμένου που έχει λερωθεί με εκκρίσεις από τη μύτη το στόμα ή με κόπρανα, καλός καθαρισμός και πλύσιμο των χεριών μετά τη αλλαγή της πάνας ή τη χρήση της τουαλέτας. Επίσης το παιδί που πάσχει δεν πρέπει να μοιράζεται τις ίδιες πετσέτες, οδοντόβουρτσες ή ποτήρια με άλλα άτομα και πρέπει να παραμένει στο σπίτι για 7 ημέρες ή για τουλάχιστον 3 ημέρες μετά την πτώση του πυρετού.
Έξαρση ιλαράς στην Ευρώπη
Σε σχέση με την επιδημία ιλαράς που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 2016 σε μεγάλο αριθμό Ευρωπαϊκών χωρών , η Παιδιατρική Εταιρεία αναφέρει ότι είναι μια ιογενής λοίμωξη υψηλής μεταδοτικότητας, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, ακόμα και τον θάνατο, κυρίως σε μικρές ηλικίες αλλά και σε νεαρούς ενήλικες.
Στην Κύπρο τον τελευταίο χρόνο καταγράφηκαν μόλις 3 περιστατικά, με καλή έκβαση, για τα οποία φαίνεται ότι η εστία μετάδοσης βρισκόταν στο εξωτερικό. Αν και η εμβολιαστική κάλυψη είναι αρκετά υψηλή, ο κίνδυνος εμφάνισης ιλαράς ελλοχεύει και είναι υπαρκτός, γι αυτό προτρέπονται οι γονείς που δεν έχουν εμβολιάσει τα παιδιά τους στην κατάλληλη ηλικία να το πράξουν το συντομότερο.
Ως προς το θέμα πιθανού κινδύνου από ταξίδι σε περιοχές χωρών που βρίσκεται σε εξέλιξη η επιδημία, υπενθυμίζεται η σημαντικότητα της κάλυψης με τις δύο δόσεις του εμβολίου, τόσο για παιδιά όσο και για ενήλικες.
Η πρώτη δόση του εμβολίου χορηγείται στην ηλικία των 13-15 μηνών και η δεύτερη στην ηλικία των 4-5 ετών (σε ιδιαίτερες περιπτώσεις ο εμβολιασμός μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των 6 μηνών και η δεύτερη δόση να δοθεί ένα μήνα μετά την πρώτη).
Για την περίπτωση ανεμβολίαστων βρεφών, ατελώς εμβολιασμένων παιδιών ή ατελώς εμβολιασμένων ενηλίκων που θα ταξιδέψουν σε ενδημικές για την ιλαρά περιοχές προτρέπουμε την επικοινωνία με τον προσωπικό σας Παιδίατρο ή τα κατά τόπους Υγειονομικά Κέντρα για περαιτέρω πληροφόρηση.
Η μετάδοση της ιλαράς γίνεται κυρίως από άτομο σε άτομο με σταγονίδια που αποβάλλουν οι ασθενείς και σπανιότερα με αντικείμενα που μολύνθηκαν πολύ πρόσφατα από ρινικές και φαρυγγικές εκκρίσεις.
Ο χρόνος επώασης (ο χρόνος δηλαδή από την μετάδοση μέχρι την εκδήλωση των συμπτωμάτων) είναι 10-12 ημέρες ενώ από την έκθεση στον ιό μέχρι την εμφάνιση του εξανθήματος μεσολαβούν κατά μέσο όρο 14 ημέρες (7-18 ημέρες).
Η ιλαρά παρουσιάζει πολύ υψηλή μεταδοτικότητα με πιθανότητα προσβολής έως και 90% των επίνοσων ατόμων (δηλαδή ατόμων που δεν έχουν ανοσοποιηθεί είτε φυσικά είτε με εμβολιασμό) τα οποία έρχονται σε επαφή με ασθενή. Η μετάδοση γίνεται 4 ημέρες πριν την εκδήλωση του εξανθήματος έως 4 ημέρες μετά.
Το μέγιστο της μετάδοσης τοποθετείται από την έναρξη του πρόδρομου σταδίου έως και 3-4 ημέρες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος. Ο ιός του εμβολίου δεν αποδείχθηκε να είναι μεταδοτικός ενώ το ίδιο το εμβόλιο προσφέρει ιδιαίτερα υψηλή προστασία (>95% σε εμβολιασμένους με δύο δόσεις).
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας κατά την περίοδο 2016-17 καταγράφηκαν στην Ευρώπη πάνω από 19,000 περιστατικά ιλαράς και 46 θάνατοι. Τα πιο πολλά καταγράφηκαν στη Ρουμανία (9,728) με 35 θανάτους και στην Ιταλία (4,775) με 4 θανάτους.
Στην Ελλάδα, από τις αρχές Μαΐου 2017 μέχρι και τις 3 Δεκεμβρίου 2017 έχουν καταγραφεί 690 κρούσματα με 2 θανάτους. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους κατά 81%, αφορούν μικρά παιδιά δυστυχώς ανεμβολίαστα αλλά παρατηρήθηκαν αρκετά περιστατικά και στην ηλικιακή ομάδα 25-44 ετών που αφορούν άτομα ανεμβολίαστα ή ατελώς εμβολιασμένα. Πέραν των δύο θανάτων, καταγράφηκαν επιπλοκές στο 12.6% των κρουσμάτων ενώ νοσηλεύτηκε το 56% των ασθενών.