Τί σημαίνει 'βασιβουζούκος';

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΕΙΣ

βασιβουζούκος ο [vasivuzúkos] & μπασιμπουζούκος ο [basibuzúkos] : 1. άτακτος στρατιώτης του οθωμανικού στρατού. 2. (μτφ., παρωχ.) για αυταρχικό ή απείθαρχο άνθρωπο.

[μπ-: τουρκ. başιbozuk -ος ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [v] )· β-: λόγ. επίδρ.]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής