Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τι σημαίνει αβανγκάρντ;

Τι σημαίνει αβανγκάρντ;

αβανγκάρντ η,ο, το (άκλιτο) : αυτοί που πρωτοπορούν ή που επιδιώκουν να πρωτοπορούν, προβάλλοντας τις πιο προωθημένες ή ακραίες θέσεις· πρωτοπορία: H αβανγκάρντ του συνδικαλιστικού κινήματος / της τέχνης. Γέμισ’ ο τόπος αβανγκάρντ πρωτοπορίες.   …

Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;

Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;

  σανσκριτικός -ή -ό: (γλωσσ.) που ανήκει ή που αναφέρεται στην αρχαία ινδική γλώσσα: Σανσκριτικές λέξεις. Σανσκριτικά κείμενα, γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. || (ως ουσ.) τα σανσκριτικά, η σανσκριτική, η αρχαία ινδική γλώσσα. Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;…

Θύσανος

Θύσανος

  θύσανος,ο:  I. σύνολο μακριών τεχνητών ή φυσικών νημάτων τα οποία είναι ενωμένα μόνο στο ένα τους άκρο, αφήνοντας το άλλο ελεύθερο· φούντα: H ουρά του αλόγου καταλήγει σε θύσανο.  II. (μετεωρ.) κατηγορία…

Παννυχίδα

Παννυχίδα

παννυχίδα, η: α.ολονύκτια γιορτή ή τελετουργία σε αρχαίες, μυστηριακές κυρίως, θρησκείες. β.ολονύκτια ακολουθία την παραμονή μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, ιδίως σε μοναστήρι• γ. ολονύκτια διασκέδαση…

Τι σημαίνει βάρδα;

Τι σημαίνει βάρδα;

  βάρδα: λέγεται για να επιστήσουμε την προσοχή σε κάποιον, να τον προειδοποιήσουμε για κάποιον κίνδυνο· πρόσεχε!, φυλάξου!, μακριά!: ~ από κακιά αρρώστια. ΦΡΑΣΗ ~ φουρνέλο: πρόσεχε, απομακρύνσου (υπάρχει κίνδυνος). Πηγή: Λεξικό Κοινής…

Γεμίσαμε κακεντρεχείς

Γεμίσαμε κακεντρεχείς

Κακεντρεχής: αυτός/αυτή που χαίρεται με τη δυστυχία των άλλων. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Παραδεδεγμένος

Παραδεδεγμένος

παραδεδεγμένος -η -ο: που τον έχουν αποδεχτεί ευρέως, που έχουν παραδεχτεί τη σπουδαιότητα, την αλήθεια, το κύρος του κτλ.: Παραδεδεγμένη άποψη / αντίληψη. || (ως ουσ.) τα παραδεδεγμένα, αυτά που…

Θούριος

Θούριος

  θούριος -α -ο: (για τραγούδια, ύμνους κ.λπ.) πολεμικός…

Τι σημαίνει ξαμώνω;

Τι σημαίνει ξαμώνω;

  ξαμώνω: 1. σημαδεύω.  2. πλησιάζω. [από εδώ το examine: προσεχτική εξέταση] Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Σαρδόνιο γέλιο

Σαρδόνιο γέλιο

  σαρδόνιος -α -ο: μόνο στην έκφραση σαρδόνιο γέλιο: α. που εκφράζει μια διάθεση χλευαστική και χαιρέκακη. β. (ιατρ.) μορφασμός που μοιάζει με γέλιο, οφείλεται σε σπασμωδική συστολή των μυών του προσώπου και…