Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Μαδέρα

Μαδέρα

  μαδέρα, η: είδος κρασιού που παράγεται στο ομώνυμο νησί της Πορτογαλίας.…

Παλαδίνος

Παλαδίνος

παλαδίνος, ο: ιππότης ή γενικότερα ευγενής του Mεσαίωνα, ο οποίος περιπλανιόταν αναζητώντας ηρωικές περιπέτειες.…

Μαγνάδι

Μαγνάδι

  μαγνάδι, το: 1. πολύ λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες ως κάλυμμα του κεφαλιού· Λεπτό διάφανο ~. Tο νυφικό ~. 2. (μτφ.) για καθετί λεπτό ή αραιό που καλύπτει κάτι άλλο.…

Παλιλλογία

Παλιλλογία

παλιλλογία, η: α.ανιαρή επανάληψη λέξης ή φράσης. β. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη της πρότασης ή μια φράση επαναλαμβάνεται αμέσως για δεύτερη φορά, έντονα και συνήθ. με πρόσθετο προσδιορισμό,…

Θυμηδία

Θυμηδία

  θυμηδία, η: τάση, διάθεση για γέλιο ως εκδήλωση ειρωνείας: Tα λόγια του προκάλεσαν τη γενική ~.…

Παιδοτρίβης

Παιδοτρίβης

παιδοτρίβης, ο: ειδικός εκπαιδευτής που δίδασκε στα παιδιά πάλη και άλλες γυμναστικές ασκήσεις στην αρχαία Ελλάδα.…

Σελιλόιντ

Σελιλόιντ

  σελιλόιντ, το: ελαστικό υλικό με βάση τη νιτρική σελιλόζη. || το υλικό επάνω στο οποίο αποτυπώνεται η εικόνα των κινηματογραφικών ταινιών. Μια από τις πλέον θρυλικές μορφές του κινηματογράφου, –  αποθέωσε…

Πάει με το δοβλέτι

Πάει με το δοβλέτι

  δοβλέτι, το: α. η κρατική εξουσία στην Οθωμανική Aυτοκρατορία.  β.(λαϊκότρ.) το κράτος. (έκφρ.) πάει με το ~, για κπ. που υποστηρίζει πάντοτε αυτούς που έχουν την εξουσία. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Κωλοφωτιά

Κωλοφωτιά

  κωλοφωτιά, η: 1. η πυγολαμπίδα.  2. (μτφ.) χαρακτηρισμός ανθρώπου εξαιρετικά εύστροφου. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Έμεινε σέκος!

Έμεινε σέκος!

  σέκος: ξερός, άπνους, εμβρόντητος, άναυδος Ως επιρρηματικό κατηγορούμενο στις Φράσεις: μένω ~. τον / την άφησε σέκο. έμεινε ~, πέθανε απότομα. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…