Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τί σημαίνει ‘ηλιαστής’;

Τί σημαίνει ‘ηλιαστής’;

ηλιαστής ο [iliastís] : μέλος του αρχαίου αθηναϊκού δικαστηρίου της Hλιαίας. [λόγ. < αρχ. ἡλιαστής] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής   >> Μάθετε περισσότερα: Ο όρκος των Ηλιαστών Τι προνοούσε…

Τί σημαίνει ‘ζαπτιές’;

Τί σημαίνει ‘ζαπτιές’;

ζαπτιές ο [zaptxés] & ζαπιές ο [zapxés] : χωροφύλακας ή αστυνομικός του παλαιού τουρκικού κράτους. [τουρκ. zaptiye -ς· αποβ. [t] για απλοπ. του συμφ. συμπλ.] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘εγκιβωτίζω’;

Τί σημαίνει ‘εγκιβωτίζω’;

εγκιβωτίζω [engivotízo] -ομαι : 1.κλείνω κτ. μέσα σε κιβώτιο· (πρβ. συσκευάζω, αμπαλάρω): Tα χειρόγραφα παρέμειναν για πολλά χρόνια εγκιβωτισμένα στο υπόγειο της Εθνικής Bιβλιοθήκης. 2. (τεχν.) απομονώνω τμήμα του πυθμένα…

Τί σημαίνει ‘καζάζης’;

Τί σημαίνει ‘καζάζης’;

καζάζης ο [kazázis]: (παρωχ.) αυτός που κατεργάζεται το μετάξι. [μσν. καζάζης < τουρκ. kazaz -ης] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ιαχή’;

Τί σημαίνει ‘ιαχή’;

ιαχή η [iaxí]: δυνατή κραυγή, ιδίως πολεμική· (πρβ. αλαλαγμός): Πολεμική ~. Iαχές θριάμβου. [λόγ. < αρχ. ἰαχή] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘θαλερός’;

Τί σημαίνει ‘θαλερός’;

θαλερός -ή -ό [θalerós] : 1. (για φυτό) που βρίσκεται σε άνθηση· πράσινος, φρέσκος: Θαλερό δέντρο / κλωνάρι. 2. (μτφ. για άνθρ.) που διατηρεί την ακμαιότητά του, σφριγηλός, ζωηρός, νεανικός:…

Τί σημαίνει ‘ηλακάτη’;

Τί σημαίνει ‘ηλακάτη’;

ηλακάτη η [ilakáti] : (λόγ.) η ρόκα 1. [λόγ. < αρχ. ἠλακάτη] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ζαμανφουτισμός’;

Τί σημαίνει ‘ζαμανφουτισμός’;

ζαμανφουτισμός ο [zamanfutizmós] : στάση αδιαφορίας και περιφρόνησης προς όλα όσα θα έπρεπε να ενδιαφέρουν και να απασχολούν κπ.: Ο ~ του έφτανε τα όρια του αμοραλισμού. Ο ~ τους…

Τί σημαίνει ‘εγκάθειρκτος’;

Τί σημαίνει ‘εγκάθειρκτος’;

εγκάθειρκτος -η -ο [eŋgáθirktos] : (νομ.) που εκτίει ποινή κάθειρξης· (πρβ. φυλακισμένος, έγκλειστος, κρατούμενος). [λόγ. < ελνστ. ἐγκάθειρκτος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘δείλι’;

Τί σημαίνει ‘δείλι’;

δείλι το [δíli] (μόνο στην ονομ. και αιτ. εν.) : (λογοτ.) το δειλινό. [αρχ. δείλη ἡ μεταπλ. σε ουδ. κατά τη λ. βράδυ από σύμπτωση της προφοράς των η και…