Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τί σημαίνει ‘ξέφωτο’;

Τί σημαίνει ‘ξέφωτο’;

ξέφωτο το [kséfoto] : άδενδρη έκταση μέσα σε δάσος. [ίσως *ξεφω τ(ίζω) -ο (αναδρ. σχημ.) < ελνστ. ρ. ἐκφωτίζω `ρίχνω φως΄ (ἐκ- > ξε-)]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ντόμπρος’;

Τί σημαίνει ‘ντόμπρος’;

ντόμπρος -α -ο [dóbros] : (οικ.) α. που έχει ευθύ χαρακτήρα, που δε διστάζει να μιλήσει ανοιχτά και καθαρά και να δείξει τις διαθέσεις και τις προθέσεις του: Tίμιος και…

Τί σημαίνει ‘μπεκιάρης’;

Τί σημαίνει ‘μπεκιάρης’;

μπεκιάρης ο [bekáris]  θηλ. μπεκιάρισσα [bekárisa]  : (προφ.) ο εργένης. [τουρκ. bekâr -ης· μπεκιάρ(ης) -ισσα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘λιμνάζων’;

Τί σημαίνει ‘λιμνάζων’;

λιμνάζων -ουσα -ον [limnázon] : (λόγ.) 1. (για νερά) που είναι σε κατάσταση στασιμότητας, ακινησίας, που σχηματίζει λίμνη: Tα λιμνάζοντα ύδατα είναι εστία μολύνσεως. 2. (μτφ.) που είναι σε κατάσταση…

Τί σημαίνει ‘κοσκινίζω’;

Τί σημαίνει ‘κοσκινίζω’;

κοσκινίζω [koskinízo] -ομαι: 1. τοποθετώ μέσα σε κόσκινο ένα υλικό σε μορφή κόκκων ή σκόνης και το κουνώ με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαχωριστούν από αυτό τα ξένα σώματα ή…

Τί σημαίνει ‘ισιάζω’;

Τί σημαίνει ‘ισιάζω’;

ισιάζω [isxázo]: ευθυγραμμίζω ή ισιώνω: Ίσιαζε το κορμί σου. [μσν. ισιάζω < ίσι(ος) -άζω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ώση’;

Τί σημαίνει ‘ώση’;

ώση η [ósi] : (λόγ.) ώθηση. [λόγ. < αρχ. t(σις) -ση] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ψυχάρα’;

Τί σημαίνει ‘ψυχάρα’;

ψυχάρα η [psixára]: α.ως χαρακτηρισμός πολύ καλού και φιλότιμου ανθρώπου. β. ως χαρακτηρισμός ανθρώπου με ψυχικό σθένος και έντονη αγωνιστικότητα. [ψυχ(ή) -άρα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘χρεμετίζω’;

Τί σημαίνει ‘χρεμετίζω’;

χρεμετίζω [xremetízo]: χλιμιντρίζω. [λόγ. < αρχ. χρεμετίζω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘φυρονεριά’;

Τί σημαίνει ‘φυρονεριά’;

φυρονεριά η [fironerjá]: (λαϊκότρ.) η άμπωτη. ANT φουσκονεριά. [φυρ(ός) -ο- + νερ(ό) -ιά] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …