Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τί σημαίνει ‘μίσθαρνος’;

Τί σημαίνει ‘μίσθαρνος’;

μίσθαρνος -η -ο [mísθarnos]  : (λόγ., για πρόσ.) που χάριν αμοιβής απαρνείται ιδεώδη και ιδίως εκείνο της πατρίδας. [λόγ. < ελνστ. μίσθαρνος `που κερδίζει μισθό΄ σημδ. αγγλ.(;) hireling ή γερμ.(;)…

Τί σημαίνει ‘τσουβαλιάζω’;

Τί σημαίνει ‘τσουβαλιάζω’;

τσουβαλιάζω [tsuvalázo] -ομαι : 1. (οικ.) βάζω κτ. σε τσουβάλι για να το μεταφέρω: ~ τα κρεμμύδια / τις πατάτες. 2. (μτφ.) α. (οικ.) για ανθρώπους που μετακινούνται με μαζικά…

Τί σημαίνει ‘σύξυλος’;

Τί σημαίνει ‘σύξυλος’;

σύξυλος -η -ο [síksilos] : στις εκφράσεις μένω ~ / αφήνω κπ. σύξυλο, για κπ. που μένει ακίνητος και άφωνος από δυσάρεστη συνήθ. κατάπληξη. τα αφήνω όλα σύξυλα, για κπ.…

Τί σημαίνει ‘ρομαντζάρω’;

Τί σημαίνει ‘ρομαντζάρω’;

ρομαντζάρω [romandzáro] : κάθομαι και απολαμβάνω ένα ωραίο φυσικό τοπίο ή περιβάλλον, έχοντας διώξει από το νου μου κάθε σκέψη και έγνοια για την καθημερινότητα· κάνω ρομάντζα, ρεμβάζω. [ρομάντζ(α) -άρω]…

Τί σημαίνει ‘προσόψι’;

Τί σημαίνει ‘προσόψι’;

προσόψι το [prosópsi] : πετσέτα του προσώπου από βαμβακερό, απορροφητικό ύφασμα. [μσν. προσόψιον < προσ- όψ(η) -ιον > -ι]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ους’;

Τί σημαίνει ‘ους’;

ους το [ús] Ο γεν. ωτός, πληθ. ώτα, γεν. ώτων : (λόγ.) το αυτί. (έκφρ.) τείνω ευήκοον ~, ενδιαφέρομαι για κτ. που μου προτείνουν και είμαι πρόθυμος να το δεχτώ.…

Τί σημαίνει ‘ξομπλιάζω’;

Τί σημαίνει ‘ξομπλιάζω’;

ξομπλιάζω [ksomblázo] μππ. ξομπλιασμένος : (λαϊκότρ.) 1. κεντώ, στολίζω. 2. (μτφ.) κουτσομπολεύω κπ. [μσν. ξομπλιάζω < εξομπλιάζω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < εξόμπλ(ιον δες στο ξόμπλι) -ιάζω]  Πηγή: Λεξικό…

Τί σημαίνει ‘νουμηνία’;

Τί σημαίνει ‘νουμηνία’;

νουμηνία η [numinía] : (αστρον.) η αρχή της νέας σελήνης, του νέου σεληνιακού μήνα. [λόγ. < αρχ. νουμηνία]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘μισεύω’;

Τί σημαίνει ‘μισεύω’;

μισεύω [misévo]  μππ. μισεμένος : (λαϊκότρ.) φεύγω για ταξίδι, για άλλη χώρα και ιδίως ξενιτεύομαι. [μσν. μισεύω `διαλύω συνεδρίαση, ξαποστέλνω, φεύγω΄ < μίσ(α) `απόλυση΄ < υστλατ. missa `απόλυση της λειτουργίας΄…

Τί σημαίνει ‘λίκνο’;

Τί σημαίνει ‘λίκνο’;

λίκνο το [líkno] : 1. (λόγ.) η κούνια του μωρού. 2. (μτφ.) ο τόπος γέννησης, η κοιτίδα: H αρχαία Ελλάδα είναι το ~ του ευρωπαϊκού πολιτισμού.  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…