Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τί σημαίνει ‘προσόψι’;

Τί σημαίνει ‘προσόψι’;

προσόψι το [prosópsi] : πετσέτα του προσώπου από βαμβακερό, απορροφητικό ύφασμα. [μσν. προσόψιον < προσ- όψ(η) -ιον > -ι]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ους’;

Τί σημαίνει ‘ους’;

ους το [ús] Ο γεν. ωτός, πληθ. ώτα, γεν. ώτων : (λόγ.) το αυτί. (έκφρ.) τείνω ευήκοον ~, ενδιαφέρομαι για κτ. που μου προτείνουν και είμαι πρόθυμος να το δεχτώ.…

Τί σημαίνει ‘ξομπλιάζω’;

Τί σημαίνει ‘ξομπλιάζω’;

ξομπλιάζω [ksomblázo] μππ. ξομπλιασμένος : (λαϊκότρ.) 1. κεντώ, στολίζω. 2. (μτφ.) κουτσομπολεύω κπ. [μσν. ξομπλιάζω < εξομπλιάζω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < εξόμπλ(ιον δες στο ξόμπλι) -ιάζω]  Πηγή: Λεξικό…

Τί σημαίνει ‘νουμηνία’;

Τί σημαίνει ‘νουμηνία’;

νουμηνία η [numinía] : (αστρον.) η αρχή της νέας σελήνης, του νέου σεληνιακού μήνα. [λόγ. < αρχ. νουμηνία]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘μισεύω’;

Τί σημαίνει ‘μισεύω’;

μισεύω [misévo]  μππ. μισεμένος : (λαϊκότρ.) φεύγω για ταξίδι, για άλλη χώρα και ιδίως ξενιτεύομαι. [μσν. μισεύω `διαλύω συνεδρίαση, ξαποστέλνω, φεύγω΄ < μίσ(α) `απόλυση΄ < υστλατ. missa `απόλυση της λειτουργίας΄…

Τί σημαίνει ‘λίκνο’;

Τί σημαίνει ‘λίκνο’;

λίκνο το [líkno] : 1. (λόγ.) η κούνια του μωρού. 2. (μτφ.) ο τόπος γέννησης, η κοιτίδα: H αρχαία Ελλάδα είναι το ~ του ευρωπαϊκού πολιτισμού.  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘γκουβέρνο’;

Τί σημαίνει ‘γκουβέρνο’;

γκουβέρνο το [guvérno] & κουβέρνο το [kuvérno] : (παρωχ.) η κυβέρνηση. [αντδ. < ιταλ. goberno < λατ. gubernum < guberno < αρχ. κυβερνῶ, [o > u] από επίδρ. του χειλ.…

Τί σημαίνει ‘λιθώδης’;

Τί σημαίνει ‘λιθώδης’;

λιθώδης -ης -ες [liθóδis] : για υλικό που έχει την υφή, τη σύσταση της πέτρας. [λόγ. < αρχ. λιθώδης]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘κλεφτοκοτάς’;

Τί σημαίνει ‘κλεφτοκοτάς’;

κλεφτοκοτάς ο [kleftokotás]: (οικ.) αυτός που κλέβει κότες και με επέκταση μειωτικά, αυτός που κλέβει ασήμαντα πράγματα. [κλεφτο- + κότ(α) -άς]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ιρασιοναλισμός’;

Τί σημαίνει ‘ιρασιοναλισμός’;

ιρασιοναλισμός ο [irasionalizmós]: (φιλοσ.) θεωρία σύμφωνα με την οποία οι δυνατότητες της λογικής είναι περιορισμένες. ANT ρασιοναλισμός. [λόγ. < γαλλ. irrationalisme (-isme = -ισμός)]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…