Εγγραφείτε στο Newsletter

Οικοσελίδα » Posts tagged with » ΛΕΞΗ

Τί σημαίνει ‘μοντγκόμερι’;

Τί σημαίνει ‘μοντγκόμερι’;

μοντγκόμερι το [mondgómeri] (άκλ.) : κοντό παλτό ή ζακέτα με κουκούλα. [ανθρωπων. Montgomery (όν. Άγγλου στρατηγού του β’ παγκόσμιου πολέμου που φορούσε τέτοια μπουφάν)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘κοκωβιός’;

Τί σημαίνει ‘κοκωβιός’;

κοκωβιός ο [kokovjós]  : 1. είδος μικρού ψαριού, που συγγενεύει με το γωβιό. 2. (μτφ., παρωχ.) άνθρωπος χαζός και ελαφρόμυαλος, που προκαλεί το γέλιο με τη συμπεριφορά του. [αρχ. κωβιός…

Τί σημαίνει ‘ζωστήρας’;

Τί σημαίνει ‘ζωστήρας’;

ζωστήρας ο [zostíras] : I. αντρική (συνήθ. δερμάτινη) ζώνη· ζωνάρι, λουρίδα, ζωστήρα. II. (ιατρ.) έρπης ~, είδος δερματικής εξανθηματικής ασθένειας, έρπητας. [I: ελνστ. ζωστήρ, αιτ. -ῆρα, αρχ. σημ.: `ζώνη πολεμιστή΄·…

Τί σημαίνει ‘ξεφτίλα’;

Τί σημαίνει ‘ξεφτίλα’;

ξεφτίλα 1 η [kseftíla] : (λαϊκ.) ο εξευτελισμός. [ξεφτιλ(ίζω) -α (αναδρ. σχημ.)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘μονόχνωτος’;

Τί σημαίνει ‘μονόχνωτος’;

  μονόχνοτος -η -ο [monóxnotos]: (για πρόσ.) που δεν έχει ή που δεν επιδιώκει να έχει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, αλλά προτιμά να είναι μόνος: ~ άνθρωπος καθώς είναι,…

Τί σημαίνει ‘κοκότα’;

Τί σημαίνει ‘κοκότα’;

κοκότα η [kokóta] : (προφ.) γυναίκα που εκδίδεται, πόρνη: ~ πολυτελείας. κοκοτίτσα η YΠΟKΟΡ. [λόγ. < γαλλ. cocott(e) -α· κοκότ(α) -ίτσα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘θύλακας’;

Τί σημαίνει ‘θύλακας’;

θύλακας ο [θílakas] & θύλακος ο [θílakos]  : 1. (λόγ.) μικρός σάκος ή κοιλότητα, ως όρος: α. (ανατ.) υμένας που σχηματίζει θήκη και που περιβάλλει όργανα του σώματος: Οι θύλακες…

Τί σημαίνει ‘ζωροαστρισμός’;

Τί σημαίνει ‘ζωροαστρισμός’;

ζωροαστρισμός ο [zoroastrizmós]: θρησκεία των αρχαίων Περσών, που ιδρύθηκε από το Zαρατούστρα· (πρβ. παρσισμός): Xαρακτηριστικό του ζωροαστρισμού είναι ένας έντονος μανιχαϊσμός. [λόγ. < γαλλ. zoro astrisme < Zoroastr(e) < αρχ.…

Τί σημαίνει ‘δικέλλα’;

Τί σημαίνει ‘δικέλλα’;

δικέλλα η [δikéla] & δικέλλι το [δikéli]  : αξίνα που καταλήγει σε δύο αιχμηρά άκρα. [δικέλλ(ι) μεγεθ. -α· μσν. δικέλλιον υποκορ. του αρχ. δίκελλ(α) -ιον] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘γιάφκα’;

Τί σημαίνει ‘γιάφκα’;

γιάφκα η [jáfka] : κλειστός χώρος που κρατιέται μυστικός και εξυπηρετεί τις ανάγκες παράνομου μηχανισμού.  [ρωσ. javka (προφ. [jafka] )] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …