Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τί σημαίνει ‘ωραιοποιώ’;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ωραιοποιώ [oreopió] -ούμαι : παρουσιάζω, αναπαρασταίνω, περιγράφω ή αντιλαμβάνομαι κτ. έτσι που να φαίνεται, χωρίς να είναι, ωραίο, καλό, ευνοϊκό κτλ.· εξωραΐζω: ~ μια κατάσταση. Mην ωραιοποιείτε καταστάσεις που ήδη μας έχουν φέρει σε αδιέξοδο. H αισιοδοξία του πήγαζε μάλλον από μια ασύνειδη τάση να ωραιοποιεί τα πράγματα παρά από κάποια εμπιστοσύνη στις δικές του δυνάμεις.

[λόγ. ωραιο- + -ποιώ απόδ. γαλλ. embellir]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

 

 

comments

Tags:
loading...