Τί σημαίνει ‘λαβώνω’; | iKypros - Οικοσελίδα

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τί σημαίνει ‘λαβώνω’;

Η λέξη της ημέρας

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

λαβώνω [lavóno] -ομαι: (λογοτ.) 1. πληγώνω, τραυματίζω κπ. με όπλο: Tο βόλι τον λάβωσε στο δεξιό ώμο. Tο πουλί λαβώθηκε απ΄ τα σκάγια του κυνηγού. || (μππ. ως ουσ.) ο λαβωμένος, τραυματίας: Έφεραν δύο λαβωμένους στο νοσοκομείο. 2. (μτφ.) σαγηνεύω ερωτικά, προκαλώ ερωτικό πάθος: Λαβώθηκε από τα βέλη του έρωτα.

[μσν. λαβώνω < λαβ(ή) -ώνω]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

comments

Tags:
loading...