Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τι σημαίνει ‘θαλασσώνω’;

Η λέξη της ημέρας

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΗ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

θαλασσώνω [θalasóno] : μόνο στη ΦΡ τα ~· ΣYN ΦΡ τα κάνω θάλασσα: α. χάνω το λογικό ειρμό που συνδέει τα στοιχεία ενός συνόλου, με αποτέλεσμα να κάνω σφάλματα: Aπό την ταραχή του τα θαλάσσωσε. β. αποτυχαίνω τελείως: Tα θαλάσσωσε στις εξετάσεις και δεν προβιβάστηκε.

[θάλασσ(α) -ώνω (διαφ. το ελνστ. θαλασσῶ `μετατρέπω σε θάλασσα΄)]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

comments

Tags:
loading...