Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τί σημαίνει ‘μαγκανοπήγαδο’;

ΛΕΞΗ, ΛΕΞΕΙΣ

μαγκανοπήγαδο το [maŋganopíγaδo]: 1. μαγκάνι που το έχουν εγκαταστήσει σε πηγάδι για να βγάζουν νερό: Ένα άλογο γύριζε αργά αργά το ~. 2. (μτφ.) για μονότονη και άχαρη δουλειά, απασχόληση ή γενικά ζωή: Tο ~ του νοικοκυριού. Tελειώνουν οι διακοπές και ξαναρχίζει το καθημερινό ~.

[μαγκάν(ι) -ο- + πηγάδ(ι) -ο, αρχική σημ.: `πηγάδι με μαγκάνι΄]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής

 

Tags:
loading...