Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τί σημαίνει ‘όαση’;

Η λέξη της ημέρας

ΛΕΞΗ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

όαση η [óasi] : 1. γόνιμη έκταση μέσα στην έρημο: Οι οάσεις της Σαχάρας / της Λιβυκής ερήμου. Περίπου τα δύο τρίτα του συνολικού πληθυσμού της Σαχάρας είναι μόνιμοι κάτοικοι που ζουν σε οάσεις. 2. (μτφ.) για ό,τι είναι ευχάριστο, ανακουφιστικό ή γενικά καλό στα πλαίσια μιας δυσάρεστης ή γενικά κακής κατάστασης· (πρβ. καταφύγιο): Tα φοιτητι κά του χρόνια, μοναδική ~ ευτυχίας στη δυστυχισμένη του ζωή.

 [λόγ. < αρχ. ἌΟα(σις) `όνομα πόλεων στην έρημο της Λιβύης΄ -ση (αιγυπτ. προέλ.) σημδ. γαλλ. oase< υστλατ. Οasis `εύφορη περιοχή στη λιβυκή έρημο΄ < αρχ. ἌΟασις]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.

 

comments

Tags:
loading...