Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα » Η ΖΩΗ ΜΑΣ » 

Τί σημαίνει ‘ψαρώνω’;

Η λέξη της ημέρας

ΛΕΞΗ, ΠΕΣ ΜΟΥ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

ψαρώνω [psaróno] μππ. ψαρωμένος : (λαϊκ.) α. περιέρχομαι σε μια κατάσταση πλήρους αμηχανίας ή αβουλίας, εξαιτίας ενός ισχυρού συναι σθήματος φόβου, έκπληξης ή θαυμασμού· σαστίζω· ΣYN έκφρ. τα χάνω. β. κάνω κπ. να καταπτοηθεί, να σαστίσει εντελώς: Yποδέχονταν τους νεο σύλλεκτους με φωνές για να τους ψαρώσουν, καθώς έλεγαν.

[ψάρ(ι) -ώνω]

Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.

 

comments

Tags:
loading...