Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 36)

Τί σημαίνει ‘αγαρμπιά’;

Τί σημαίνει ‘αγαρμπιά’;

αγαρμπιά η [aγarbjá]: η ιδιότητα ή η πράξη του άγαρμπου· χοντράδα, αγαρμποσύνη: Είναι δύσκολο να του συγχωρήσεις τις αγαρμπιές του. [άγαρμπ(ος) -ιά] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘δαυλί’;

Τί σημαίνει ‘δαυλί’;

δαυλί το [δavlí]: αναμμένο ή μισοκαμένο κομμάτι ξύλου, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για θέρμανση ή για μαγείρεμα. [μσν. *δαυλί(ο)ν < υποκορ. του δαυλ(ός) -ί(ο)ν]…

Τί σημαίνει ‘βακαλάος’;

Τί σημαίνει ‘βακαλάος’;

βακαλάος ο [vakaláos]: (λόγ.) μπακαλιάρος. [λόγ. < ισπαν. bacalao -ς (δες στο μπακαλιάρος) (ορθογρ. δαν.)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ναυαγιαιρεσία’;

Τί σημαίνει ‘ναυαγιαιρεσία’;

ναυαγιαιρεσία η [navajieresía] : (ναυτ. δίκ.) η εργασία ανέλκυσης ναυαγισμένου πλοίου ή του φορτίου του. [λόγ. ναυαγιαίρεσ(ις) μεταπλ. -ία < ναυάγι(ον) + αρχ. ρ. αἴρω `σηκώνω το πτώμα σκοτωμένου΄ με…

Τί σημαίνει ‘αγαρηνός’;

Τί σημαίνει ‘αγαρηνός’;

αγαρηνός -ή -ό [aγarinós]: 1.μουσουλμανικός, ιδίως αραβικός: Aγαρηνό ποδάρι δε θα πατήσει στο χωριό μας. Aγαρηνά στίφη / φουσάτα / ασκέρια. Λαβώθηκε από βόλι αγαρηνό. || (ως ουσ.) ο Aγαρηνός,…

Τί σημαίνει ‘δαύκος’;

Τί σημαίνει ‘δαύκος’;

δαύκος ο [δáfkos]: (βοτ.) το καρότο. [λόγ. < αρχ. δαῦκος (λαϊκό: δαυκί < μσν. δαυκί(ο)ν υποκορ. του αρχ. δαῦκ(ος) -ίον)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘γαϊδουροκέφαλος’;

Τί σημαίνει ‘γαϊδουροκέφαλος’;

γαϊδουροκέφαλος -η -ο [γ(ai)δurokéfalos] : (οικ.) ΣYN χοντροκέφαλος. 1. για κπ. που δύσκολα καταλαβαίνει ή αντιλαμβάνεται κτ. 2. ισχυρογνώμονας. [γαϊδουρο- + κεφάλ(ι) -ος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘βάι’;

Τί σημαίνει ‘βάι’;

βάι [vái] επιφ. : (λαϊκότρ.) συνήθ. με επανάληψη. α. αλίμονο. β. για να δηλώσει, να εκφράσει ικανοποίηση, θαυμασμό κτλ. [μσν. βάι < τουρκ. vay] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘αγάλι’;

Τί σημαίνει ‘αγάλι’;

αγάλι [aγáli] & αγάλια [aγáa] επίρρ. τροπ. : (λογοτ.) συνήθ. ~ ~ ή αγάλια αγάλια. 1. αργά, σιγά σιγά, βαθμιαία: Έλιωνε απ΄ την αρρώστια ~ ~, σαν το κερί. ΠAΡ…