Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 32)

Τι σημαίνει ξεπεταρούδι;

Τι σημαίνει ξεπεταρούδι;

  ξεπεταρούδι, το: 1.(λαϊκότρ.) πουλάκι που μόλις αρχίζει να πετά.  2. (μτφ.) παιδί που αρχίζει να μεγαλώνει, που δεν είναι πια νήπιο. ~ στον έρωτα. ~ της αγάπης.   Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Φεμινισμός

Φεμινισμός

Ο Φεμινισμός είναι μια συλλογή κοινωνικών θεωριών, πολιτικών κινήσεων και ηθικών φιλοσοφιών, σε μεγάλο βαθμό παρακινούμενη από ή αναφερόμενη σε εμπειρίες γυναικών, ιδιαίτερα σε σχέση με την κοινωνική, πολιτική και οικονομική τους…

Τι σημαίνει αβανγκάρντ;

Τι σημαίνει αβανγκάρντ;

αβανγκάρντ η,ο, το (άκλιτο) : αυτοί που πρωτοπορούν ή που επιδιώκουν να πρωτοπορούν, προβάλλοντας τις πιο προωθημένες ή ακραίες θέσεις· πρωτοπορία: H αβανγκάρντ του συνδικαλιστικού κινήματος / της τέχνης. Γέμισ’ ο τόπος αβανγκάρντ πρωτοπορίες.   …

Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;

Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;

  σανσκριτικός -ή -ό: (γλωσσ.) που ανήκει ή που αναφέρεται στην αρχαία ινδική γλώσσα: Σανσκριτικές λέξεις. Σανσκριτικά κείμενα, γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. || (ως ουσ.) τα σανσκριτικά, η σανσκριτική, η αρχαία ινδική γλώσσα. Σανσκριτικά γράφεις παιδάκι μου;…

Θύσανος

Θύσανος

  θύσανος,ο:  I. σύνολο μακριών τεχνητών ή φυσικών νημάτων τα οποία είναι ενωμένα μόνο στο ένα τους άκρο, αφήνοντας το άλλο ελεύθερο· φούντα: H ουρά του αλόγου καταλήγει σε θύσανο.  II. (μετεωρ.) κατηγορία…

Παννυχίδα

Παννυχίδα

παννυχίδα, η: α.ολονύκτια γιορτή ή τελετουργία σε αρχαίες, μυστηριακές κυρίως, θρησκείες. β.ολονύκτια ακολουθία την παραμονή μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, ιδίως σε μοναστήρι• γ. ολονύκτια διασκέδαση…

Τι σημαίνει βάρδα;

Τι σημαίνει βάρδα;

  βάρδα: λέγεται για να επιστήσουμε την προσοχή σε κάποιον, να τον προειδοποιήσουμε για κάποιον κίνδυνο· πρόσεχε!, φυλάξου!, μακριά!: ~ από κακιά αρρώστια. ΦΡΑΣΗ ~ φουρνέλο: πρόσεχε, απομακρύνσου (υπάρχει κίνδυνος). Πηγή: Λεξικό Κοινής…

Γεμίσαμε κακεντρεχείς

Γεμίσαμε κακεντρεχείς

Κακεντρεχής: αυτός/αυτή που χαίρεται με τη δυστυχία των άλλων. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Παραδεδεγμένος

Παραδεδεγμένος

παραδεδεγμένος -η -ο: που τον έχουν αποδεχτεί ευρέως, που έχουν παραδεχτεί τη σπουδαιότητα, την αλήθεια, το κύρος του κτλ.: Παραδεδεγμένη άποψη / αντίληψη. || (ως ουσ.) τα παραδεδεγμένα, αυτά που…

Θούριος

Θούριος

  θούριος -α -ο: (για τραγούδια, ύμνους κ.λπ.) πολεμικός…