Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 32)

Τί σημαίνει ‘καλένδες’;

Τί σημαίνει ‘καλένδες’;

καλένδες οι [kalénδes] : η πρώτη μέρα του μήνα, στο ρωμαϊκό ημερολόγιο. ΦΡ (παραπέμπω κτ.) στις (ελληνικές) ~, ειρωνικά, για κτ. που δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, αφού στο αρχαίο…

Τί σημαίνει ‘νεάζω’;

Τί σημαίνει ‘νεάζω’;

νεάζω [neázo]: για άτομο που παριστάνει το νέο, τόσο με τη συμπεριφορά του, όσο και με την εξωτερική του εμφάνιση. [λόγ. < αρχ. νεάζω (με θετική σημ.)] Πηγή: Λεξικό της…

Τί σημαίνει ‘μακαρονισμός’;

Τί σημαίνει ‘μακαρονισμός’;

μακαρονισμός ο [makaronizmós] : αντικανονική χρήση αρχαϊκών, διαλεκτικών ή ξένων γλωσσικών τύπων. [λόγ. < γαλλ. macaronisme < macaron(ique) = μακαρον(ικός) -isme = -ισμός] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘λακάρισμα’;

Τί σημαίνει ‘λακάρισμα’;

λακάρισμα το [lakárizma] : η εργασία επάλειψης με λάκα. [λακαρισ- (λακάρω δες λακαρισμένος) -μα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘καλαφατίζω’;

Τί σημαίνει ‘καλαφατίζω’;

καλαφατίζω [kalafatízo] -ομαι : (ναυτ.) γεμίζω τα διάκενα των αρμών με το κατάλληλο υλικό και τα στεγανοποιώ με πίσσα: Kαλαφάτισαν τη βάρκα με στουπί. || (λαϊκ.) για τη σεξουαλική πράξη.…

Τί σημαίνει ‘ξανθόψειρα’;

Τί σημαίνει ‘ξανθόψειρα’;

ναύκληρος ο [náfkliros] : βαθμοφόρος του εμπορικού ή του πολεμικού ναυτικού που επιβλέπει τις εργασίες για τη συντήρηση του πλοίου· λοστρόμος. [λόγ. < αρχ. ναύκληρος `καραβοκύρης, καπετάνιος, πιλότος καραβιού΄ (παρανόηση…

Τί σημαίνει ‘ναύκληρος’;

Τί σημαίνει ‘ναύκληρος’;

ναύκληρος ο [náfkliros]: βαθμοφόρος του εμπορικού ή του πολεμικού ναυτικού που επιβλέπει τις εργασίες για τη συντήρηση του πλοίου· λοστρόμος. [λόγ. < αρχ. ναύκληρος `καραβοκύρης, καπετάνιος, πιλότος καραβιού΄ (παρανόηση της…

Τί σημαίνει ‘μαίανδρος’;

Τί σημαίνει ‘μαίανδρος’;

μαίανδρος ο [méanδros] : 1α. γεωμετρικό σχήμα, το οποίο αποτελείται από τεθλασμένες γραμμές που σχηματίζουν ορθές γωνίες και χρησιμοποιείται κυρίως ως διακοσμητικό στοιχείο: Tοίχος / αγγείο στολισμένο με μαιάνδρους. β.…

Τί σημαίνει ‘λαθραναγνώστης’;

Τί σημαίνει ‘λαθραναγνώστης’;

λαθραναγνώστης ο [laθranaγnóstis] θηλ. λαθραναγνώστρια [laθra naγnóstria]: αυτός που διαβάζει ένα έντυπο χωρίς την άδεια του κατόχου του ή χωρίς να το έχει αγοράσει: Mετά την άνοδο της τιμής των…

Τί σημαίνει ‘καλαμπουρίζω’;

Τί σημαίνει ‘καλαμπουρίζω’;

καλαμπουρίζω [kalaburízo]: λέω καλαμπούρια, αστεία. || (έκφρ.) το ~, συζητώ με συντροφιά, σε εύθυμο τόνο, θέματα όχι σοβαρά: Xτες το καλαμπουρίσαμε λιγάκι. [καλαμπούρ(ι) -ίζω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…