Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 3)

Τί σημαίνει ‘ίπταμαι’;

Τί σημαίνει ‘ίπταμαι’;

ίπταμαι [íptame]  μπε. ιπτάμενος* : (λόγ.) πετώ στον αέρα.  [λόγ. < ελνστ. ἵπταμαι]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘θρασύδειλος’;

Τί σημαίνει ‘θρασύδειλος’;

θρασύδειλος -η -ο [θrasíδilos] : που χαρακτηρίζεται από θράσος όταν δεν αντιμετωπίζει κανέναν κίνδυνο ή απειλή, ενώ αντίθετα δειλιάζει και υποχωρεί μόλις αντιμετωπίσει κπ. ισχυρότερό του: ~ καθώς ήταν, δεν…

Τί σημαίνει ‘επιούσιος’;

Τί σημαίνει ‘επιούσιος’;

επιούσιος -α -ο [epiúsios]  : μόνο στην έκφραση ο ~ (άρτος), το καθημερινό ψωμί και με επέκταση τα απολύτως αναγκαία για τη διαβίωση του ανθρώπου: Δουλεύει / αγωνίζεται για τον…

Τί σημαίνει ‘διαπρύσιος’;

Τί σημαίνει ‘διαπρύσιος’;

διαπρύσιος -α -ο [δiaprísios]  : (λόγ.) ~ κήρυκας, αυτός που πολύ έντονα υποστηρίζει κτ. (ιδέα, ιδεολογία, θρησκεία κτλ.). [λόγ. < αρχ. διαπρύσιος `διαπεραστικός (για ήχο)΄] Πηγή:  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘αποδήμηση’;

Τί σημαίνει ‘αποδήμηση’;

αποδήμηση η [apoδímisi]: στη λόγια ΦΡ ~ εις Kύριο(ν), θάνατος. [λόγ. < ελνστ. ἀποδήμη(σις) -ση] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής    …

Τί σημαίνει ‘οπός’;

Τί σημαίνει ‘οπός’;

οπός ο [opós] : (λόγ.) χυμός. [λόγ. < αρχ. ὀπός] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής    …

Τί σημαίνει ‘ξεψαχνίζω’;

Τί σημαίνει ‘ξεψαχνίζω’;

ξεψαχνίζω [ksepsaxnízo] -ομαι: (οικ.) 1. ξεχωρίζω το ψαχνό από τα κόκαλα, βγάζω το ψαχνό από το κρέας για να το μαγειρέψω ή για να το φάω. 2. (μτφ.) εξετάζω κτ.…

Τί σημαίνει ‘ντονέρ’;

Τί σημαίνει ‘ντονέρ’;

ντονέρ το [donér] (άκλ.) : γύρος. [τουρκ. döner (kebap) `περιστρεφόμενο κεμπάπ΄ (από αρνίσιο κρέας)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘μπεκρής’;

Τί σημαίνει ‘μπεκρής’;

μπεκρής ο [bekrís] θηλ. μπεκρού [bekrú] : (προφ.) αυτός που συχνά πίνει οινοπνευματώδη ποτά και μεθάει· μέθυσος. [τουρκ. bekri (από τα αραβ.) -ς· μπεκρ(ής) -ού] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘λιμοκοντόρος’;

Τί σημαίνει ‘λιμοκοντόρος’;

λιμοκοντόρος ο [limokondóros]  : (παρωχ.) νεαρός κομψευόμενος, επιτηδευμένος και επιδεικτικός στην εμφάνιση, στους τρόπους και στη συμπεριφορά, που παριστάνει το γόη και ερωτοτροπεί συστηματικά· (πρβ. δανδής).  [*λιμοκόντ(ης) `πεινασμένος κόμης΄ (<…