Εγγραφείτε στο Newsletter

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 3)

Τί σημαίνει ‘διεσπαρμένος’;

Τί σημαίνει ‘διεσπαρμένος’;

διεσπαρμένος -η -ο [δiesparménos] : διασκορπισμένος, κυριολεκτικά και μτφ.: Έλληνες μετανάστες είναι διεσπαρμένοι σε όλες τις ηπείρους. Aρχειακό υλικό διεσπαρμένο σε διάφορες βιβλιοθήκες.  [λόγ. < αρχ. διεσπαρμένος μππ. του διασπείρω]…

Τί σημαίνει ‘γιάντες’;

Τί σημαίνει ‘γιάντες’;

γιάντες το [jándes] (άκλ.) : είδος στοιχήματος μνήμης ανάμεσα σε δύο άτομα, σύμφωνα με το οποίο κάθε φορά που ο ένας παίρνει κτ. από το χέρι του άλλου πρέπει να…

Τί σημαίνει ‘βίγλα’;

Τί σημαίνει ‘βίγλα’;

βίγλα η [víγla] : (παρωχ., λογοτ.) σκοπιά, παρατηρητήριο σε ψηλή θέ ση. || (επέκτ.) σκοπός, φρουρός. [μσν. βίγλα < υστλατ. ρ. *viglare < λατ. vigilare `κάνω σκοπός΄, vigilia `φρουρά΄] Πηγή:…

Τί σημαίνει ‘αλγεινός’;

Τί σημαίνει ‘αλγεινός’;

  αλγεινός -ή -ό [aljinós] : (λόγ.) δυσάρεστος, θλιβερός, συνήθ. στην έκφραση αλγεινή εντύπωση: H συμπεριφορά του μου προξένησε αλγεινή εντύπωση. [λόγ. < αρχ. ἀλγεινός] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ιεροσυλία’;

Τί σημαίνει ‘ιεροσυλία’;

ιεροσυλία η [ierosilía] Ο25 : α. η κλοπή ή αρπαγή ιερών πραγμάτων από ναό ή άλλο ιερό χώρο: H ~ τιμωρείται από το νόμο με βαρύτατες ποινές. β. για κάθε…

Τί σημαίνει ‘θεομηνία’;

Τί σημαίνει ‘θεομηνία’;

θεομηνία η [θeominía]: 1. μεγάλη καταστροφή που οφείλεται σε φυσικά αίτια: Σεισμοί, πλημμύρες και άλλες θεομηνίες. Δόθηκε έκτακτη ενίσχυση στους αγρότες που η παραγωγή τους καταστράφηκε λόγω θεομηνιών. 2. σφοδρή…

Τί σημαίνει ‘ήμαρτον’;

Τί σημαίνει ‘ήμαρτον’;

ήμαρτον [ímarton] : επιφωνηματική έκφραση που δηλώνει μεταμέλεια· έσφαλα! συγγνώμη!: Πες ~ για να μη σε τιμωρήσω. [λόγ. < μσν. ήμαρτον `έπεσα σε αμαρτία΄ < αρχ. ἥμαρτον αόρ. του ρ.…

Τί σημαίνει ‘ζενίθ’;

Τί σημαίνει ‘ζενίθ’;

ζενίθ το [zeníθ] (άκλ.) : ANT ναδίρ. 1. (αστρον.) το νοητό σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από τον παρατηρητή: Ο ήλιος βρίσκεται στο ~. Aληθές…

Τί σημαίνει ‘έκβαση’;

Τί σημαίνει ‘έκβαση’;

έκβαση η [ékvasi] : το πώς τελειώνει ή το πού καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία· (πρβ. τέλος, πέρας, αποτέλεσμα): H ~ μιας δίκης / μιας μάχης / ενός αγώνα. H ~…

Τί σημαίνει ‘ιερομηνία’;

Τί σημαίνει ‘ιερομηνία’;

ιερομηνία η [ierominía] : στην αρχαία Ελλάδα, ο χρόνος κατά τον οποίο γιορταζόταν κάποια μεγάλη γιορτή και γι΄ αυτό αναστέλλονταν οι εχθροπραξίες· ιερονουμηνία. [λόγ. < αρχ. ἱερομηνία] Πηγή: Λεξικό της…