Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 3)

Τί σημαίνει ‘στρεψοδικία’;

Τί σημαίνει ‘στρεψοδικία’;

στρεψοδικία η [strepsoδikía] : η χρήση ψευδών ή σοφιστικών λόγων, επιχειρημάτων, που αποσκοπεί στην παραπλάνηση, στη διαστροφή της αλήθειας: Προσπάθησε με στρεψοδικίες να παραπλανήσει τους συνομιλητές του. [λόγ. στρεψόδικ(ος) -ία]…

Τί σημαίνει ‘ρούγα’;

Τί σημαίνει ‘ρούγα’;

ρούγα η [rúγa] : (λογοτ.) δρόμος ή πλατεία. ΠAΡ Άσχημο στην κούνια*, όμορφο στη ~. || συνοικία, μαχαλάς. [μσν. ρούγα < ιταλ. ruga] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ρολάρω’;

Τί σημαίνει ‘ρολάρω’;

ρολάρω [roláro] Ρ6α : 1. για αυτοκίνητο που κινείται με την ορμή που έχει αποκτήσει χωρίς να χρησιμοποιείται η ισχύς του κινητήρα του: Στην κατηφόρα, με το μοχλό αλλαγής ταχυτήτων…

Τί σημαίνει ‘ξέχωρος’;

Τί σημαίνει ‘ξέχωρος’;

ξέχωρος -η -ο [kséxoros] : ξεχωρισμένος, τοποθετημένος παράμερα. ξέχωρα ΕΠIΡΡ. [μσν. ξέχωρος < ξεχωρ(ίζω) -ος (αναδρ. σχημ.)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘μοντεράτο’;

Τί σημαίνει ‘μοντεράτο’;

μοντεράτο το [moderáto] (άκλ.) : μέτρια ταχύτητα στη μουσική εκτέλεση.  [λόγ. < ιταλ. moderato]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘κολάι’;

Τί σημαίνει ‘κολάι’;

κολάι το [kolái] (άκλ.) : (οικ.) η ευκολία, η άνεση με την οποία κάνω κτ., κυρίως σε εκφράσεις παίρνω / βρίσκω το ~, εξοικειώνομαι στην εκτέλεση μιας εργασίας ή στην…

Τί σημαίνει ‘θυμητάρι’;

Τί σημαίνει ‘θυμητάρι’;

θυμητάρι το [θimitári] : (λογοτ., λαϊκότρ.) το ενθύμιο.  [*θυμητ(ός) -άρι < θυμη- (θυμάμαι) -τός] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘τζούφιος’;

Τί σημαίνει ‘τζούφιος’;

τζούφιος -α -ο [dzúfxos] & ζούφιος -α -ο [zúfxos] : (οικ.) για καρπό που το εσωτερικό του είναι ζαρωμένο, κούφιο: Tζούφιο καρύδι / λεμόνι. [ζου-: αρχ. σομφός `πωρώδης΄ > μσν.…

Τί σημαίνει ‘ξεχαρβαλώνω’;

Τί σημαίνει ‘ξεχαρβαλώνω’;

ξεχαρβαλώνω [ksexarvalóno] -ομαι: 1.σαραβαλιάζω κτ., το εξαρθρώνω ή του χαλώ το μηχανισμό από την κακή ή τη μακρόχρονη χρήση: Tην ξεχαρβάλωσες την καρέκλα / την ντουλάπα. Ξεχαρβαλώθηκε πια το αυτοκίνητο.…

Τί σημαίνει ‘μοντγκόμερι’;

Τί σημαίνει ‘μοντγκόμερι’;

μοντγκόμερι το [mondgómeri] (άκλ.) : κοντό παλτό ή ζακέτα με κουκούλα. [ανθρωπων. Montgomery (όν. Άγγλου στρατηγού του β’ παγκόσμιου πολέμου που φορούσε τέτοια μπουφάν)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …