Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 29)

Τί σημαίνει ‘ζαμανφουτισμός’;

Τί σημαίνει ‘ζαμανφουτισμός’;

ζαμανφουτισμός ο [zamanfutizmós] : στάση αδιαφορίας και περιφρόνησης προς όλα όσα θα έπρεπε να ενδιαφέρουν και να απασχολούν κπ.: Ο ~ του έφτανε τα όρια του αμοραλισμού. Ο ~ τους…

Τί σημαίνει ‘εγκάθειρκτος’;

Τί σημαίνει ‘εγκάθειρκτος’;

εγκάθειρκτος -η -ο [eŋgáθirktos] : (νομ.) που εκτίει ποινή κάθειρξης· (πρβ. φυλακισμένος, έγκλειστος, κρατούμενος). [λόγ. < ελνστ. ἐγκάθειρκτος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘δείλι’;

Τί σημαίνει ‘δείλι’;

δείλι το [δíli] (μόνο στην ονομ. και αιτ. εν.) : (λογοτ.) το δειλινό. [αρχ. δείλη ἡ μεταπλ. σε ουδ. κατά τη λ. βράδυ από σύμπτωση της προφοράς των η και…

Τί σημαίνει ‘γαλίφης’;

Τί σημαίνει ‘γαλίφης’;

γαλίφης -α -ικο [γalífis] θηλ. και γαλίφισσα [γalífisa]  : (οικ.) που προσπαθεί να πετύχει αυτό που θέλει με γαλιφιές, με γλυκόλογα και καλοπιάσματα. || (ως ουσ.). [μσν. γαλίφ(ος) μεταπλ. -ης…

Τί σημαίνει ‘βάλσαμο’;

Τί σημαίνει ‘βάλσαμο’;

βάλσαμο το [válsamo] : 1. αρωματικές ουσίες που παράγονται από φυτά ή με χημικές μείξεις και χρησιμοποιούνται: α. στη φαρμακευτική· φάρμακο (παυσίπονο). β. στην αρωματοποιία· άρωμα. 2. γενική ονομασία φυτών…

Τί σημαίνει ‘αγαρμπιά’;

Τί σημαίνει ‘αγαρμπιά’;

αγαρμπιά η [aγarbjá]: η ιδιότητα ή η πράξη του άγαρμπου· χοντράδα, αγαρμποσύνη: Είναι δύσκολο να του συγχωρήσεις τις αγαρμπιές του. [άγαρμπ(ος) -ιά] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘δαυλί’;

Τί σημαίνει ‘δαυλί’;

δαυλί το [δavlí]: αναμμένο ή μισοκαμένο κομμάτι ξύλου, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για θέρμανση ή για μαγείρεμα. [μσν. *δαυλί(ο)ν < υποκορ. του δαυλ(ός) -ί(ο)ν]…

Τί σημαίνει ‘βακαλάος’;

Τί σημαίνει ‘βακαλάος’;

βακαλάος ο [vakaláos]: (λόγ.) μπακαλιάρος. [λόγ. < ισπαν. bacalao -ς (δες στο μπακαλιάρος) (ορθογρ. δαν.)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ναυαγιαιρεσία’;

Τί σημαίνει ‘ναυαγιαιρεσία’;

ναυαγιαιρεσία η [navajieresía] : (ναυτ. δίκ.) η εργασία ανέλκυσης ναυαγισμένου πλοίου ή του φορτίου του. [λόγ. ναυαγιαίρεσ(ις) μεταπλ. -ία < ναυάγι(ον) + αρχ. ρ. αἴρω `σηκώνω το πτώμα σκοτωμένου΄ με…

Τί σημαίνει ‘αγαρηνός’;

Τί σημαίνει ‘αγαρηνός’;

αγαρηνός -ή -ό [aγarinós]: 1.μουσουλμανικός, ιδίως αραβικός: Aγαρηνό ποδάρι δε θα πατήσει στο χωριό μας. Aγαρηνά στίφη / φουσάτα / ασκέρια. Λαβώθηκε από βόλι αγαρηνό. || (ως ουσ.) ο Aγαρηνός,…