Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 29)

Τί σημαίνει ‘ξεφτίλα’;

Τί σημαίνει ‘ξεφτίλα’;

ξεφτίλα 1 η [kseftíla] : (λαϊκ.) ο εξευτελισμός. [ξεφτιλ(ίζω) -α (αναδρ. σχημ.)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘μονόχνωτος’;

Τί σημαίνει ‘μονόχνωτος’;

  μονόχνοτος -η -ο [monóxnotos]: (για πρόσ.) που δεν έχει ή που δεν επιδιώκει να έχει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, αλλά προτιμά να είναι μόνος: ~ άνθρωπος καθώς είναι,…

Τί σημαίνει ‘κοκότα’;

Τί σημαίνει ‘κοκότα’;

κοκότα η [kokóta] : (προφ.) γυναίκα που εκδίδεται, πόρνη: ~ πολυτελείας. κοκοτίτσα η YΠΟKΟΡ. [λόγ. < γαλλ. cocott(e) -α· κοκότ(α) -ίτσα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘θύλακας’;

Τί σημαίνει ‘θύλακας’;

θύλακας ο [θílakas] & θύλακος ο [θílakos]  : 1. (λόγ.) μικρός σάκος ή κοιλότητα, ως όρος: α. (ανατ.) υμένας που σχηματίζει θήκη και που περιβάλλει όργανα του σώματος: Οι θύλακες…

Τί σημαίνει ‘ζωροαστρισμός’;

Τί σημαίνει ‘ζωροαστρισμός’;

ζωροαστρισμός ο [zoroastrizmós]: θρησκεία των αρχαίων Περσών, που ιδρύθηκε από το Zαρατούστρα· (πρβ. παρσισμός): Xαρακτηριστικό του ζωροαστρισμού είναι ένας έντονος μανιχαϊσμός. [λόγ. < γαλλ. zoro astrisme < Zoroastr(e) < αρχ.…

Τί σημαίνει ‘δικέλλα’;

Τί σημαίνει ‘δικέλλα’;

δικέλλα η [δikéla] & δικέλλι το [δikéli]  : αξίνα που καταλήγει σε δύο αιχμηρά άκρα. [δικέλλ(ι) μεγεθ. -α· μσν. δικέλλιον υποκορ. του αρχ. δίκελλ(α) -ιον] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘γιάφκα’;

Τί σημαίνει ‘γιάφκα’;

γιάφκα η [jáfka] : κλειστός χώρος που κρατιέται μυστικός και εξυπηρετεί τις ανάγκες παράνομου μηχανισμού.  [ρωσ. javka (προφ. [jafka] )] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘βίπερ’;

Τί σημαίνει ‘βίπερ’;

βίπερ το [víper] (άκλ.) : είδος βιβλίων τσέπης με καθορισμένο σχήμα και μορφή. [λόγ. σύντμ. βι(βλίο) + περ(ιπτέρου) (σήμα κατατ.)]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘αλέα’;

Τί σημαίνει ‘αλέα’;

αλέα η [aléa]: δρόμος ή λεωφόρος με δενδροστοιχίες. || δενδροστοιχία. [λόγ. < γαλλ. allé(e) -α ή μέσω του ιταλ. allea] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘δικαιοπραξία’;

Τί σημαίνει ‘δικαιοπραξία’;

δικαιοπραξία η [δikeopraksía] : (νομ.) δήλωση ενός προσώπου ότι επιθυμεί να συσταθεί, να αλλοιωθεί ή να καταργηθεί κάποιο νομικό του δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το αστικό δίκαιο: Mονομερής ~, που…