Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 29)

Τί σημαίνει ‘ύδρευση’;

Τί σημαίνει ‘ύδρευση’;

ύδρευση η [íδrefsi]: τροφοδοσία με νερό: Έργα / δίκτυο ύδρευσης. Οργανισμός Yδρεύσεως. [λόγ. < ελνστ. ὕδρευ(σις) -ση] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ώνια’;

Τί σημαίνει ‘ώνια’;

ώνια τα [ónia] : (λόγ., στράτ.) τα ψώνια: Aξιωματικός ωνίων. [λόγ. < αρχ. ὤνια τα, ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ὤνιος `για πούλημα΄] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ψαρίλα’;

Τί σημαίνει ‘ψαρίλα’;

ψαρίλα η [psaríla] : άσχημη, δυσάρεστη μυρωδιά από ψάρια: Για να φύγει η ~ από τα πιάτα τα πλένουμε με ξίδι. [ψάρ(ι) -ίλα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘χαβαλέ’;

Τί σημαίνει ‘χαβαλέ’;

χαβαλέ [xavalé] επίρρ. : (οικ.) για να δηλώσουμε ότι κάνουμε κτ. χωρίς σοβαρή προσπάθεια: Δε διάβασα· έδωσα εξετάσεις ~. [τουρκ. havale `μετάθεση μιας υπόθεσης΄ (από τα αραβ.)] Πηγή: Λεξικό της…

Τί σημαίνει ‘φαβορί’;

Τί σημαίνει ‘φαβορί’;

φαβορί το [favorí] (άκλ.) : αυτός που συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας, νίκης σε αγώνα ή σε διαγωνισμό: H εθνική ομάδα της Bραζιλίας είναι το ~ για το παγκόσμιο κύπελλο.…

Τί σημαίνει ‘υδρατμός’;

Τί σημαίνει ‘υδρατμός’;

υδρατμός ο [iδratmós]: ατμός νερού: Οι υδρατμοί της ατμόσφαιρας. H κουζίνα γέμισε υδρατμούς. [λόγ. υδρ(ο)- + ατμός μτφρδ. αγγλ. water vapour] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘πτωχοπρόδρομος’;

Τί σημαίνει ‘πτωχοπρόδρομος’;

πτωχοπρόδρομος ο [ptoxopróδromos] & φτωχοπρόδρομος ο [ftoxopróδromos] : αυτός που συνεχώς κλαίγεται και παραπονιέται για τη φτώχεια ή τη δυστυχία του με σκοπό να τον λυπούνται και να τον βοηθούν.…

Τί σημαίνει ‘ξανάστροφος’;

Τί σημαίνει ‘ξανάστροφος’;

ξανάστροφος -η -ο [ksanástrofos]: ανάστροφος, αναποδογυρισμένος. || (ως ουσ., οικ.) η ξανάστροφη, χαστούκι που δίνεται με το πίσω μέρος της παλάμης· ανάποδη: Θα σου δώσω μια ξανάστροφη, να καταλάβεις. ξανάστροφα…

Τί σημαίνει ‘γαϊδουρότριχα’;

Τί σημαίνει ‘γαϊδουρότριχα’;

γαϊδουρότριχα η [γaiδurótrixa]: 1. τρίχα γαϊδάρου. 2. (μτφ.) για μαλλιά άγρια, που δε χτενίζονται εύκολα, που δε στρώνουν. [γαϊδουρο- + τρίχα]…

Τί σημαίνει ‘μαγκλαράς’;

Τί σημαίνει ‘μαγκλαράς’;

μαγκλαράς ο [maŋglarás] θηλ. μαγκλαρού [maŋglarú] Ο37 : (προφ.) άνθρωπος, ιδίως νέος, ψηλός και άχαρος· (πρβ. μαντράχαλος, κρεμανταλάς): Kοντή εκείνη, ~ ως εκεί πάνω αυτός. [(;)· μαγκλαρ(άς) -ού] Πηγή: Λεξικό…