Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 2)

Τί σημαίνει ‘κοσκινίζω’;

Τί σημαίνει ‘κοσκινίζω’;

κοσκινίζω [koskinízo] -ομαι: 1. τοποθετώ μέσα σε κόσκινο ένα υλικό σε μορφή κόκκων ή σκόνης και το κουνώ με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαχωριστούν από αυτό τα ξένα σώματα ή…

Τί σημαίνει ‘ισιάζω’;

Τί σημαίνει ‘ισιάζω’;

ισιάζω [isxázo]: ευθυγραμμίζω ή ισιώνω: Ίσιαζε το κορμί σου. [μσν. ισιάζω < ίσι(ος) -άζω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ώση’;

Τί σημαίνει ‘ώση’;

ώση η [ósi] : (λόγ.) ώθηση. [λόγ. < αρχ. t(σις) -ση] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ψυχάρα’;

Τί σημαίνει ‘ψυχάρα’;

ψυχάρα η [psixára]: α.ως χαρακτηρισμός πολύ καλού και φιλότιμου ανθρώπου. β. ως χαρακτηρισμός ανθρώπου με ψυχικό σθένος και έντονη αγωνιστικότητα. [ψυχ(ή) -άρα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘χρεμετίζω’;

Τί σημαίνει ‘χρεμετίζω’;

χρεμετίζω [xremetízo]: χλιμιντρίζω. [λόγ. < αρχ. χρεμετίζω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘φυρονεριά’;

Τί σημαίνει ‘φυρονεριά’;

φυρονεριά η [fironerjá]: (λαϊκότρ.) η άμπωτη. ANT φουσκονεριά. [φυρ(ός) -ο- + νερ(ό) -ιά] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘υποβολιμαίος’;

Τί σημαίνει ‘υποβολιμαίος’;

υποβολιμαίος -α -ο [ipovoliméos]: που γίνεται με υστεροβουλία και που αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων και στον επηρεασμό της εξέλιξης των πραγμάτων προς μια ορισμένη κατεύθυνση: Yποβολιμαία είδηση / πληροφορία. [λόγ.…

Τί σημαίνει ‘τουρκομπαρόκ’;

Τί σημαίνει ‘τουρκομπαρόκ’;

τουρκομπαρόκ το [turkobarók] (άκλ.) : 1. τεχνοτροπία που αναπτύχθηκε στο χώρο της Οθωμανικής Aυτοκρατορίας κατά το 18ο αι. και που αποτελεί μια σύνθεση στοιχείων μπαρόκ της Δυτικής Ευρώπης με τα…

Τί σημαίνει ‘στριγκλιάζω’;

Τί σημαίνει ‘στριγκλιάζω’;

στριγκλιάζω [striŋglázo] : (οικ.) γίνομαι κακός, δύστροπος: Tι τον έπιασε και στρίγκλιασε ξαφνικά; [στριγκλ(ιά) -ιάζω]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ρουμάνι’;

Τί σημαίνει ‘ρουμάνι’;

ρουμάνι το [rumáni] : πυκνό άγριο δάσος. [τουρκ. orman -ι με μετάθ. του [r] και τροπή [o > u] από επίδρ. του χειλ. [m] ] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…