Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 2)

Τι σημαίνει ‘ηδυπαθής’;

Τι σημαίνει ‘ηδυπαθής’;

ηδυπαθής -ής -ές [iδipaθís]: που έχει μια έντονη ροπή προς τις ηδονές. || Hδυπαθές βλέμμα, που εκφράζει ηδυπάθεια. ηδυπαθώς ΕΠIΡΡ. [λόγ. < αρχ. ἡδυπαθής· λόγ. ηδυπαθ(ής) -ώς] Πηγή: Λεξικό της…

Τι σημαίνει ‘ζαβλακωμάρα’;

Τι σημαίνει ‘ζαβλακωμάρα’;

ζαβλακωμάρα η [zavlakomára] : (οικ.) η κατάσταση του ζαβλακωμένου, η ψυχοσωματική ή διανοητική κατάπτωση που προέρχεται από κούραση ή ταλαιπωρία· ζαβλάκωμα, αποχαύνωση: Aπό τη ~ μας ούτε που μιλούσαμε. [ζαβλάκωμ(α)…

Τί σημαίνει ‘εαρινός’;

Τί σημαίνει ‘εαρινός’;

εαρινός -ή -ό [earinós] : 1.(λόγ.) ανοιξιάτικος: Εαρινή περίοδος. 2. (επιστ.) α. (αστρον.): Εαρινή ισημερία, η 21η Mαρτίου κάθε έτους, κατά την οποία η διάρκεια της ημέρας και της νύχτας…

Τί σημαίνει ‘δακρύβρεχτος’;

Τί σημαίνει ‘δακρύβρεχτος’;

δακρύβρεχτος -η -ο [δakrívrextos] : που είναι ποτισμένος με δάκρυα, κυρίως ειρωνικά, για κτ. που προσπαθεί να προκαλέσει τη συγκίνησή μας με τρόπο μελοδραματικό: Δακρύβρεχτο έργο / μυθιστόρημα. Mου ΄στειλε…

Τι σημαίνει ‘γαϊδουρόβηχας’;

Τι σημαίνει ‘γαϊδουρόβηχας’;

γαϊδουρόβηχας ο [γaiδuróvixas] (χωρίς πληθ.) : (οικ.) βήχας πολύ δυνατός και συνεχής: M΄ έπιασε ένας ~. Έχω ένα γαϊδουρόβηχα! [γαϊδουρο- + βήχας]…

Τί σημαίνει ‘βαβούρα’;

Τί σημαίνει ‘βαβούρα’;

βαβούρα η [vavúra] : (προφ.) ενοχλητικός θόρυβος, βοή, φασαρία: Πάμε να φύγουμε, εδώ έχει μεγάλη ~. [μσν. βαβούρα, ηχομιμ., ίσως < ελνστ. βαβ(άζω) `φωνάζω΄ -ούρα (ηχομιμ., προφ. [bab] )] Πηγή:…

Τί σημαίνει ‘άβακας’;

Τί σημαίνει ‘άβακας’;

  άβακας ο [ávakas]: I1.κατάλληλα διαμορφωμένη επίπεδη επιφάνεια που χρησιμοποιείται σε επιτραπέζια παιχνίδια, π.χ. σκάκι, τάβλι. 2. (αρχιτ., αρχαιολ.) η πλάκα που αποτελεί το επάνω μέρος του κιονοκράνου. II1. (παρωχ.)…

Τί σημαίνει ‘ωρύομαι’;

Τί σημαίνει ‘ωρύομαι’;

ωρύομαι [oríome] (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) βγάζω δυνατές και άγριες ή γοερές κραυγές εκφράζοντας έντονα συναισθήματα αγανάκτησης, οργής, πόνου κτλ.· (πρβ. ουρλιάζω): Θύμωσε στα καλά καθούμενα και άρχισε…

Τί σημαίνει ‘ψαύση’;

Τί σημαίνει ‘ψαύση’;

ψαύση η [psáfsi] : (λόγ.) ψηλάφηση. [λόγ. < αρχ. ψαῦ(σις) -ση] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘χαβαλές’;

Τί σημαίνει ‘χαβαλές’;

χαβαλές ο [xavalés] : (οικ.) ευχάριστη συζήτηση που συνήθ. κρατάει πολλές ώρες: Πάμε για χαβαλέ στο σπίτι μου. Kάναμε χαβαλέ ως αργά το βράδυ, χαβαλεδιάζαμε.  [χαβαλέ -ς] Πηγή: Λεξικό της…