ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ | iKypros - Οικοσελίδα

Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 2)

Τι σημαίνει Οδαλίσκη;

Τι σημαίνει Οδαλίσκη;

οδαλίσκη, η: γενικός χαρακτηρισμός για τις γυναίκες του χαρεμιού. || ιστορικός όρος: ευνοούμενη και ερωμένη του σουλτάνου ή Οθωμανών αξιωματούχων. Η λέξη προέρχεται από την τούρκικη «odalık», η οποία σημαίνει «καμαριέρα» και…

Τι σημαίνει γδικιωμός;

Τι σημαίνει γδικιωμός;

γδικιωμός, ο: εκδίκηση Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής   Φράσεις με τη λέξη γδικιωμός: «Ο γδικιωμός ήταν ο τρόπος ανταπόδοσης του άδικου σε κάποιον που εφαρμοζόταν στη Μάνη.» «Αλλά όπου δεν τα…

Τι σημαίνει Έμφυλος λόγος;

Τι σημαίνει Έμφυλος λόγος;

Απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρου «gender studies», ο οποίος μεταφράζεται και ως σπουδές φύλου. Πρόκειται για κλάδο στις πανεπιστημιακές σπουδές, ο οποίος εξετάζει τα πολιτισμικά φαινόμενα υπό το πρίσμα…

Τι σημαίνει Πανδαμάτωρ;

Τι σημαίνει Πανδαμάτωρ;

Πανδαμάτωρ ,ο: για τον χρόνο, που με το πέρασμά του μας κάνει να ξεχνάμε τα θλιβερά γεγονότα της ζωής μας: Πληγές που δεν τις επούλωσε ο χρόνος κι ας τον…

Τι σημαίνει Παλάντζας;

Τι σημαίνει Παλάντζας;

Παλάντζας, ο: ως χαρακτηρισμός προσώπου που αλλάζει γνώμη εύκολα και κατά τις περιστάσεις• παλάντζα, ανεμόμυλος.…

Τι σημαίνει Δαλτονισμός;

Τι σημαίνει Δαλτονισμός;

δαλτονισμός, ο: δυσκολία της όρασης κατά την οποία ο/η ασθενής αδυνατεί να διακρίνει τα χρώματα, κυρίως το κόκκινο και το πράσινο· (πρβ. αχρωματοψία).…

Τι σημαίνει Θέσφατο;

Τι σημαίνει Θέσφατο;

θέσφατο, το: 1. θείες εντολές, χρησμοί. 2. γνώμη, απόφαση που πρέπει να γίνει σεβαστή σαν να προέρχεται από το Θεό: Ό,τι έλεγε ο δάσκαλος / ο πατέρας ήταν για μας ~.…

Τι σημαίνει… θυρεός;

Τι σημαίνει… θυρεός;

θυρεός, ο: έμβλημα κράτους, δυναστείας ή παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας συνήθως σε σχήμα ασπίδας και με διάφορες παραστάσεις: Bασιλικός ~.…

Τί σημαίνει ‘συρφετός’;

Τί σημαίνει ‘συρφετός’;

συρφετός ο [sirfetós]: (μειωτ.) για ασύνταχτο πλήθος ανθρώπων που ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα: Ο στρατός των σταυροφόρων δημιουργήθηκε από ένα συρφετό εξαθλιωμένων χωρικών. || (επέκτ.) για οποιαδήποτε συνάθροιση ετερόκλητου…

Τί σημαίνει ‘ροντάρω’;

Τί σημαίνει ‘ροντάρω’;

ροντάρω [rodáro] -ομαι : βάζω σε κίνηση ένα καινούριο αυτοκίνητο ή μια καινούρια μηχανή, ακολουθώντας κάποιους περιορισμούς, ώστε τα επί μέρους τμήματά τους να λειτουργήσουν και να εναρμονιστούν όσο γίνεται…