Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ (Page 2)

Τί σημαίνει ‘στριγκλιάζω’;

Τί σημαίνει ‘στριγκλιάζω’;

στριγκλιάζω [striŋglázo] : (οικ.) γίνομαι κακός, δύστροπος: Tι τον έπιασε και στρίγκλιασε ξαφνικά; [στριγκλ(ιά) -ιάζω]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ρουμάνι’;

Τί σημαίνει ‘ρουμάνι’;

ρουμάνι το [rumáni] : πυκνό άγριο δάσος. [τουρκ. orman -ι με μετάθ. του [r] και τροπή [o > u] από επίδρ. του χειλ. [m] ] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ωσάν’;

Τί σημαίνει ‘ωσάν’;

ωσάν [osán] επίρρ. : (λόγ., ειρ.) σε θέση πρόθεσης, δηλώνει παρομοίωση: Kαι τώρα εγώ, ~ βλάκας, πρέπει να τρέχω πάλι στην εφορία. [λόγ. < ελνστ. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς…

Τί σημαίνει ‘ψυχανώμαλος’;

Τί σημαίνει ‘ψυχανώμαλος’;

ψυχανώμαλος -η -ο [psixanómalos] : (ειρ.) για άτομο με διαταραγμένο ψυχικό κόσμο. || (ως ουσ.): Όλοι οι ψυχανώμαλοι εδώ μέσα ήταν μαζεμένοι. [ψυχ(ο)-  + ανώμαλος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘χουχουλίζω’;

Τί σημαίνει ‘χουχουλίζω’;

χουχουλίζω [xuxulízo] : (οικ.) ζεσταίνω κτ. με την ανάσα μου: Xουχούλιζε τα παγωμένα χέρια του. Xουχουλίζει το τζάμι για να το θαμπώσει. [*χουχούλ(α < χου χ(ού) -ούλα) -ίζω] Πηγή: Λεξικό…

Τί σημαίνει ‘φύομαι’;

Τί σημαίνει ‘φύομαι’;

φύομαι [fíome]  (μόνο στο ενεστ. θ.) : (για φυτά) έχω, βρίσκω τις κατάλ ληλες συνθήκες ώστε να φυτρώσω, να ευδοκιμήσω: Φυτά που φύονται σε ξηρά / υγρά / λιμνώδη εδάφη.…

Τί σημαίνει ‘υποβολέας’;

Τί σημαίνει ‘υποβολέας’;

υποβολέας ο [ipovoléas] : 1.ειδικός υπάλληλος του θεάτρου, ο οποίος κατά την παράσταση υποβοηθεί τη μνήμη των ηθοποιών υπαγορεύοντας χαμηλόφωνα τα λόγια του ρόλου τους. 2. (μτφ.) αυτός που, σαν…

Τί σημαίνει ‘τουρκομερίτης’;

Τί σημαίνει ‘τουρκομερίτης’;

τουρκομερίτης ο [turkomerítis] θηλ. τουρκομερίτισσα [turkomerí tisa] : (μειωτ., παρωχ.) χαρακτηρισμός Έλληνα που καταγόταν από τουρκικές ή τουρκοκρατούμενες περιοχές.  [Τούρκ(ος) -ο- + μέρ(ος) -ίτης· τουρκομερίτ(ης) -ισσα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής…

Τί σημαίνει ‘στρεψοδικία’;

Τί σημαίνει ‘στρεψοδικία’;

στρεψοδικία η [strepsoδikía] : η χρήση ψευδών ή σοφιστικών λόγων, επιχειρημάτων, που αποσκοπεί στην παραπλάνηση, στη διαστροφή της αλήθειας: Προσπάθησε με στρεψοδικίες να παραπλανήσει τους συνομιλητές του. [λόγ. στρεψόδικ(ος) -ία]…

Τί σημαίνει ‘ρούγα’;

Τί σημαίνει ‘ρούγα’;

ρούγα η [rúγa] : (λογοτ.) δρόμος ή πλατεία. ΠAΡ Άσχημο στην κούνια*, όμορφο στη ~. || συνοικία, μαχαλάς. [μσν. ρούγα < ιταλ. ruga] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …