Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘λάβρα’;

Τί σημαίνει ‘λάβρα’;

λάβρα η [lávra] & λαύρα 2 η [lávra] : 1. υπερβολική ζέστη, καύσωνας, κάψα: Mέσα στη ~ του καλοκαιριού έπεσε μια ευεργετική βροχούλα. Bαδίζαμε μέσα στη μεσημεριάτικη ~ του Aυγούστου.…

Τί σημαίνει ‘βασιβουζούκος’;

Τί σημαίνει ‘βασιβουζούκος’;

βασιβουζούκος ο [vasivuzúkos] & μπασιμπουζούκος ο [basibuzúkos] : 1. άτακτος στρατιώτης του οθωμανικού στρατού. 2. (μτφ., παρωχ.) για αυταρχικό ή απείθαρχο άνθρωπο. [μπ-: τουρκ. başιbozuk -ος ( [o > u]…

Τί σημαίνει ‘νάμα’;

Τί σημαίνει ‘νάμα’;

νάμα το [náma] : 1.καθαρό νερό πηγής συνήθ. στις ΦΡ νάματα σοφίας / παιδείας / αρετής κτλ., αληθινά διδάγματα σοφίας, παιδείας, αρετής κτλ. 2. (εκκλ.) κόκκινο και γλυκό κρασί που…

Τί σημαίνει ‘καβάντζα’;

Τί σημαίνει ‘καβάντζα’;

καβάντζα η [kavándza]: (προφ.) απόθεμα: Πάρε αρκετές μπίρες, για να έχουμε ~. [ίσως παλ. ιταλ. gavazza `γούλα, υπερβολικό ξεφάντωμα΄ με αποηχηροπ. του αρχικού [g > k] αναλ. προς άλλες λ.…

Τί σημαίνει «Ιάγος»;

Τί σημαίνει «Ιάγος»;

Iάγος ο [iáγos] Ο18 : σε μετωνυμία για ραδιούργο, συκοφάντη και δολερό άνθρωπο. [λόγ. < αγγλ. Jago (ήρωας από την τραγωδία Οθέλος του Σαίκσπηρ) -ς (ορθογρ. δαν.)] Πηγή: Λεξικό της…

Τί σημαίνει ‘θαλασσομάνα’;

Τί σημαίνει ‘θαλασσομάνα’;

θαλασσομάνα η [θalasomána] Ο25α : (σπάν.) η μέδουσα, η τσούχτρα. [θαλασσο- + -μάνα]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘Ηγερία’;

Τί σημαίνει ‘Ηγερία’;

Hγερία η [ijería]: προικισμένη γυναίκα που παραστέκεται, συμβουλεύει, που εμπνέει και ασκεί επιρροή στην πολιτική, πνευματική ή καλλιτεχνική δραστηριότητα κάποιου. [λόγ. < γαλλ. égérie < λατ. Εgeria (νύμ φη της…

Τί σημαίνει ‘ζαβάδα’;

Τί σημαίνει ‘ζαβάδα’;

ζαβάδα η [zaváδa] : (οικ.) η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ζαβού, οι πράξεις ή τα λόγια του. α. ανοησία: Tέτοιες ζαβάδες δεν τις περίμενα από σένα. β. (συνήθ. πληθ.)…

Τί σημαίνει ‘εβένινος’;

Τί σημαίνει ‘εβένινος’;

εβένινος -η -ο [evéninos] Ε5 : α.που είναι κατασκευασμένος από έβενο: Εβένινα έπιπλα. Εβένινη ράβδος. β. (μτφ.) που έχει τη στιλπνότητα και το μαύρο χρώμα του έβενου: Εβένινα μαλλιά. [λόγ.…

Τί σημαίνει ‘δαμόκλειος’;

Τί σημαίνει ‘δαμόκλειος’;

δαμόκλειος -ος / -α -ο [δamóklios] : μόνο στη ΦΡ ~ σπάθη, για επαπειλούμενη τιμωρία ή επαπειλούμενο κίνδυνο. [λόγ. < αρχ. όν. Δαμο κλ(ῆς) -ειος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…