Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘φαγώνομαι’;

Τί σημαίνει ‘φαγώνομαι’;

φαγώνομαι [faγónome] Ρ1β (βλ. και τρώω) : 1. φθείρομαι από πολύχρονη χρήση, από τριβή ή διάβρωση: Tο σακάκι μου φαγώθηκε στους αγκώνες. Ο βράχος φαγώνεται από το κύμα. || (μππ.)…

Τί σημαίνει ‘βάβα’;

Τί σημαίνει ‘βάβα’;

βάβα η [váva] Ο25α & βάβω η [vávo] Ο37α : (λογοτ., λαϊκότρ.) γιαγιά. [μσν. *βάβα, βαβά < σλαβ. baba· μσν. *βάβω (πρβ. μσν. μπάμπω) < σλαβ. babo, κλητ. της λ.…

Τί σημαίνει ‘δάγκαμα’;

Τί σημαίνει ‘δάγκαμα’;

δάγκαμα το· δάγκαμαν· δάκαμα. 1) Δαγκωματιά: δάγκαμα σκύλου (Νομοκ. 38512). 2) (Για δήλωση ελάχιστης ποσότητας φαγητού) μια μπουκιά: δάγκαμαν ψωμίν (Καλλίμ. 1926). 3) (Συνεκδ.) φαγητό: δε μου λείπει δάκαμα (Φορτουν.…

Τί σημαίνει ‘ραβάνι’;

Τί σημαίνει ‘ραβάνι’;

ραβάνι το [raváni] & ρεβάνι το [reváni]: (λαϊκότρ.) το ρυθμικό βάδι σμα τετράποδου ζώου (αλόγου κτλ.), όταν πατά μια στα δύο δεξιά πόδια και μια στα δύο αριστερά· πλαγιοτροχασμός. [σλαβ.…

Τί σημαίνει ‘ωμοπλινθοδομή’;

Τί σημαίνει ‘ωμοπλινθοδομή’;

ωμοπλινθοδομή η [omoplinθoδomí] : (λόγ.) πλινθόκτιστη κατασκευή (τοίχος κτλ.). [λόγ. ωμόπλινθ(ος) -ο- + δομή κατά το πλινθοδομή]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Θεσσαλονίκη (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών-Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη) 1998.…

Παιδαρέλι

Παιδαρέλι

παιδαρέλι, το: μικρό παιδί• συνηθέστερα λέγεται και για παιδιά, εφήβους, ακόμα και για νεαρά ενήλικα άτομα, όταν ο ομιλητής θέλει να προβάλει την ανωριμότητά τους, την απειρία, την αφέλεια ή…

Τι είναι ο γαβριάς;

Τι είναι ο γαβριάς;

  γαβριάς, ο: έξυπνο και χαριτωμένο αλητάκι· (πρβ. χαμίνι).…

Θυμική διάθεση

Θυμική διάθεση

  θυμικός -ή -ό: που σχετίζεται με το θυμικό:  Θυμική διάθεση, που χαρακτηρίζεται από την επικράτηση συναισθηματικών και βουλητικών παρορμήσεων.…

Έχεις σεκλέτια;

Έχεις σεκλέτια;

σεκλέτι, το: στενοχώρια, καημός, συνήθως ερωτικός: Tον έφαγε το ~. Έχω πολλά σεκλέτια. Mαράζωσε απ΄ το ~. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Δερβέναγας

Δερβέναγας

  δερβέναγας, ο:  1. επί Tουρκοκρατίας ο επικεφαλής στρατιωτικού τμήματος, ο οποίος φρουρούσε τα στενά περάσματα, τα δερβένια.  2. άνθρωπος που συμπεριφέρεται με τρόπο αυταρχικό. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…