Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘ντονέρ’;

Τί σημαίνει ‘ντονέρ’;

ντονέρ το [donér] (άκλ.) : γύρος. [τουρκ. döner (kebap) `περιστρεφόμενο κεμπάπ΄ (από αρνίσιο κρέας)] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘μπεκρής’;

Τί σημαίνει ‘μπεκρής’;

μπεκρής ο [bekrís] θηλ. μπεκρού [bekrú] : (προφ.) αυτός που συχνά πίνει οινοπνευματώδη ποτά και μεθάει· μέθυσος. [τουρκ. bekri (από τα αραβ.) -ς· μπεκρ(ής) -ού] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘λιμοκοντόρος’;

Τί σημαίνει ‘λιμοκοντόρος’;

λιμοκοντόρος ο [limokondóros]  : (παρωχ.) νεαρός κομψευόμενος, επιτηδευμένος και επιδεικτικός στην εμφάνιση, στους τρόπους και στη συμπεριφορά, που παριστάνει το γόη και ερωτοτροπεί συστηματικά· (πρβ. δανδής).  [*λιμοκόντ(ης) `πεινασμένος κόμης΄ (<…

Τί σημαίνει ‘κοσμάκης’;

Τί σημαίνει ‘κοσμάκης’;

κοσμάκης ο [kozmákis] (χωρίς πληθ.) : (συναισθ.) για τους φτωχούς και τους απλούς ή απλοϊκούς ανθρώπους: Kοροϊδεύει τον κοσμάκη. Tην οικονομική κρίση ο ~ θα την πληρώσει πάλι. Aυτά δεν…

Τί σημαίνει ‘ποπολάρος’;

Τί σημαίνει ‘ποπολάρος’;

ποπολάρος ο [popoláros]  : (λαϊκότρ., λογοτ.) άνθρωπος του λαού. [ιταλ. popolar(e) -ος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘οπορτουνισμός’;

Τί σημαίνει ‘οπορτουνισμός’;

οπορτουνισμός ο [oportunizmós] : (πολ.) αριστερή πολιτική πρακτική που χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσαρμογή στις περιστάσεις και τάση για εκμετάλλευσή τους ανεξάρτητα από το αν υπάρχει σύγκρουση με τις ιδεολογικές αρχές:…

Τί σημαίνει ‘ξέφωτο’;

Τί σημαίνει ‘ξέφωτο’;

ξέφωτο το [kséfoto] : άδενδρη έκταση μέσα σε δάσος. [ίσως *ξεφω τ(ίζω) -ο (αναδρ. σχημ.) < ελνστ. ρ. ἐκφωτίζω `ρίχνω φως΄ (ἐκ- > ξε-)]  Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘ντόμπρος’;

Τί σημαίνει ‘ντόμπρος’;

ντόμπρος -α -ο [dóbros] : (οικ.) α. που έχει ευθύ χαρακτήρα, που δε διστάζει να μιλήσει ανοιχτά και καθαρά και να δείξει τις διαθέσεις και τις προθέσεις του: Tίμιος και…

Τί σημαίνει ‘μπεκιάρης’;

Τί σημαίνει ‘μπεκιάρης’;

μπεκιάρης ο [bekáris]  θηλ. μπεκιάρισσα [bekárisa]  : (προφ.) ο εργένης. [τουρκ. bekâr -ης· μπεκιάρ(ης) -ισσα] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘λιμνάζων’;

Τί σημαίνει ‘λιμνάζων’;

λιμνάζων -ουσα -ον [limnázon] : (λόγ.) 1. (για νερά) που είναι σε κατάσταση στασιμότητας, ακινησίας, που σχηματίζει λίμνη: Tα λιμνάζοντα ύδατα είναι εστία μολύνσεως. 2. (μτφ.) που είναι σε κατάσταση…