Εγγραφείτε στο Newsletter

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘παγιαύλι’;

Τί σημαίνει ‘παγιαύλι’;

παγιαύλι το [pajávli] : (λαϊκότρ.) πλαγίαυλος, φλάουτο. [μσν. παγιαύλι < *πλαγιαύλιον με ανομ. αποβ. του πρώτου [l] υποκορ. του ελνστ. πλαγίαυλος] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ογκώνω’;

Τί σημαίνει ‘ογκώνω’;

ογκώνω [oŋgóno] -ομαι : 1. (σπάν.) διογκώνω κτ. 2. (μτφ.) αυξάνω ή επιτείνω κτ.: Ογκώνεται το κύμα των αυξήσεων / της λαϊκής αγανάκτησης. [λόγ. < αρχ. ὀγκ(ῶ) `διαστέλλω΄ -ώνω] Πηγή:…

Τί σημαίνει ‘ταγάρι’;

Τί σημαίνει ‘ταγάρι’;

ταγάρι το [taγári] : 1. μικρός σάκος από χοντρό χειροποίητο μάλλινο ύφασμα που κρεμιέται: α. από τον ώμο και που το χρησιμοποιούν οι χωρικοί για να βάζουν την τροφή τους·…

Τί σημαίνει ‘σαβούρα’;

Τί σημαίνει ‘σαβούρα’;

σαβούρα η [savúra] : (οικ.) 1. πρόσθετο βάρος που τοποθετείται κυρίως σε πλοίο για τη ρύθμιση της ευστάθειάς του· έρμα. 2. (μτφ.) α. πράγματα άχρηστα, χωρίς αξία, που καταλαμβάνουν ωφέλιμο…

Τί σημαίνει ‘ραδινός’;

Τί σημαίνει ‘ραδινός’;

ραδινός -ή -ό [raδinós]: λεπτός και ευλύγιστος, λεπτοκαμωμένος και χαριτωμένος. [λόγ. < αρχ. ῥαδινός] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘παγανιά’;

Τί σημαίνει ‘παγανιά’;

παγανιά η [paγaná] : παγάνα1: Bγαίνω ~ και ως ΦΡ για μεθοδευμένη αναζήτηση για την επίτευξη σκοπού: Bγήκανε ~ για καμάκι. (μτφ.): Ο Xάρος βγήκε ~. [μσν. παγανέα με συνίζ.…

Τί σημαίνει ‘οβελίζω’;

Τί σημαίνει ‘οβελίζω’;

οβελίζω [ovelízo] -ομαι 1 : (φιλολ.) χαρακτηρίζω μια λέξη ή ένα χωρίο χειρογράφου ως νόθο: Xωρία του Ευριπίδη / του Θουκυδίδη που οβελίζονται. [λόγ. < ελνστ. ὀβελίζω `σημειώνω με παύλα…

Τί σημαίνει ‘μπαγκανότα’;

Τί σημαίνει ‘μπαγκανότα’;

μπαγκανότα η [baŋganóta] & παγκανότα η [paŋganóta]: τραπεζογραμμάτιο. || (ειδικότ.) παλαιά (ως τις αρχές του αιώνα μας) χάρτινη τουρκική λίρα. [ιταλ. banconota `τραπεζογραμμάτιο΄ ( [o > a] κατά τη λ.…

Τί σημαίνει ‘ξαμολώ’;

Τί σημαίνει ‘ξαμολώ’;

ξαμολώ [ksamoló] & -άω, -ιέμαι 1 : (οικ.) ΣYN αμολώ. 1. αφήνω ελεύθερο ένα ζώο, συνήθ. για να ορμήσει, να επιτεθεί· ξαπολώ: Ξαμόλησε πά νω μου τα σκυλιά του. ||…

Τί σημαίνει ‘μαγκώνω’;

Τί σημαίνει ‘μαγκώνω’;

μαγκώνω [maŋgóno] -ομαι: 1α. στερεώνω κτ., έτσι ώστε να μένει ακίνητο ή να κινείται δύσκολα: Φρόντισε να μαγκώσεις την πόρτα για να μην κλείσει και μείνουμε έξω. || σκαλώνω: Mαγκώνει…