Εγγραφείτε στο Newsletter

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘ζενίθ’;

Τί σημαίνει ‘ζενίθ’;

ζενίθ το [zeníθ] (άκλ.) : ANT ναδίρ. 1. (αστρον.) το νοητό σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από τον παρατηρητή: Ο ήλιος βρίσκεται στο ~. Aληθές…

Τί σημαίνει ‘έκβαση’;

Τί σημαίνει ‘έκβαση’;

έκβαση η [ékvasi] : το πώς τελειώνει ή το πού καταλήγει μια υπόθεση, διαδικασία· (πρβ. τέλος, πέρας, αποτέλεσμα): H ~ μιας δίκης / μιας μάχης / ενός αγώνα. H ~…

Τί σημαίνει ‘ιερομηνία’;

Τί σημαίνει ‘ιερομηνία’;

ιερομηνία η [ierominía] : στην αρχαία Ελλάδα, ο χρόνος κατά τον οποίο γιορταζόταν κάποια μεγάλη γιορτή και γι΄ αυτό αναστέλλονταν οι εχθροπραξίες· ιερονουμηνία. [λόγ. < αρχ. ἱερομηνία] Πηγή: Λεξικό της…

Τί σημαίνει ‘θεοδικία’;

Τί σημαίνει ‘θεοδικία’;

θεοδικία η [θeoδikía]: 1. η κρίση του Θεού για την αθωότητα ή την ενοχή ενός κατηγορουμένου, που εκδηλώνεται με υπερφυσικά σημάδια· θεοκρισία. 2. (φιλοσ.) η δικαίωση του Θεού για τη…

Τί σημαίνει ‘ηλιοψημένος’;

Τί σημαίνει ‘ηλιοψημένος’;

ηλιοψημένος -η -ο [ilopsiménos]: που το δέρμα του έχει πάρει από τον ήλιο ένα ωραίο σκούρο, μελαψό χρώμα· ηλιοκαμένος. [ηλιο- + ψημένος μππ. του ψήνω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ζενερίκ’;

Τί σημαίνει ‘ζενερίκ’;

ζενερίκ το [zenerík]  (άκλ.) : (κινημ.) το τμήμα της κινηματογραφικής ταινίας που παρουσιάζει τα ονόματα των δημιουργών της (του σκηνοθέτη, των ηθοποιών κτλ.)· γράμματα. [λόγ. < γαλλ. générique] Πηγή: Λεξικό…

Τί σημαίνει ‘εκάς’;

Τί σημαίνει ‘εκάς’;

εκάς [ekás] επίρρ. : μόνο στην απαρχαιωμένη έκφραση ~ οι βέβηλοι, να φύγουν οι αμύητοι, οι ασεβείς. [λόγ. < αρχ. ἑκάς `μακριά, μακριά από΄] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής…

Τί σημαίνει ‘ιερολοχίτης’;

Τί σημαίνει ‘ιερολοχίτης’;

ιερολοχίτης ο [ieroloxítis]: πολεμιστής στρατιωτικού σώματος το οποίο έχει την επωνυμία «Iερός Λόχος»: H θυσία των ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι το 1821. [λόγ. ιερ(ός) -ο- + λόχ(ος) -ίτης] Πηγή: Λεξικό της…

Τί σημαίνει ‘θεμιτός’;

Τί σημαίνει ‘θεμιτός’;

θεμιτός -ή -ό [θemitós]: ANT αθέμιτος. 1. που τον επιτρέπουν οι νόμοι και τα έθιμα· δίκαιος: Xρησιμοποίησε κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για να πλουτίσει. 2. σύμφωνος με το νόμο,…

Τί σημαίνει ‘ηλιοτροπισμός’;

Τί σημαίνει ‘ηλιοτροπισμός’;

ηλιοτροπισμός ο [iliotropizmós] : η ιδιότητα που έχουν τα φυτά να στρέφονται προς το ηλιακό φως· (πρβ. φωτοτροπισμός). [λόγ. < διεθ. helio- = ηλιο- + trop- < αρχ. τροπ(ή) `στροφή΄…