Widgetized Section

Go to Admin » Appearance » Widgets » and move Gabfire Widget: Social into that MastheadOverlay zone

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Πάλι σαβουρώνεις;

Πάλι σαβουρώνεις;

  σαβουρώνω: 1. (ναυτ.) γεμίζω το πλοίο με σαβούρα.  2. (μτφ., λαϊκ.) τρώω πολύ, γεμίζω την κοιλιά μου: Σαβουρώσατε καλά χθες βράδυ! Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Τι σημαίνει λακίζω;

Τι σημαίνει λακίζω;

λακίζω: φεύγω, απομακρύνομαι γρήγορα, τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια κυρίως μπροστά σε εχθρό, αντίπαλο ή κίνδυνο (ακόμα και κατά φαντασίαν)· το σκάω: Λακίσανε τρομαγμένοι μπροστα στην ορμή των αντιπάλων.…

Παραδοξογράφος

Παραδοξογράφος

παραδοξογράφος, ο: αρχαίος συγγραφέας παράξενων, απίθανων ιστοριών.…

Θρόισμα

Θρόισμα

  θρόισμα, το: ελαφρός, συγκεχυμένος και συνεχής θόρυβος που τον δημιουργεί ο αέρας καθώς περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων. || Kαθώς περπατούσε ακουγόταν το ~ της μακριάς μεταξωτής της φούστας.…

Παραγώνι

Παραγώνι

παραγώνι, το: ο χώρος μπροστά στο τζάκι. || (επέκτ.) το τζάκι.…

Τι είναι το αποκύημα;

Τι είναι το αποκύημα;

  αποκύημα: δημιούργημα φαντασίας, επινόηση.  Οι κατηγορίες δεν ευσταθούσαν. Ήταν αποκυήματα της φαντασίας του Νίκου.…

Οι σαλτιμπάγκοι της πολιτικής

Οι σαλτιμπάγκοι της πολιτικής

  σαλτιμπάγκος, ο: πλανόδιος ακροβάτης, θαυματοποιός και γελωτοποιός. Μειωτικός χαρακτηρισμός για πρόσωπο με συμπεριφορά γελοία και αναξιοπρεπή:  Kατάντησε ~ της πολιτικής. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…

Μαγάρα

Μαγάρα

  μαγάρα, η: 1. η μαγαρισιά. 2. για άνθρωπο κακοήθη: Φύγε από δω, ρε μαγάρα.…

Παπάρι

Παπάρι

παπάρι, το: α. το ανδρικό γεννητικό μόριο και στον πληθ. τα γεννητικά όργανα, οι όρχεις. || (πληθ., επιφωνηματικά) παπάρια!, ανοησίες, ψέματα. β. για να χαρακτηρίσουμε κάποιο αντικείμενο που μας έχει…

Τι σημαίνει λάγιος;

Τι σημαίνει λάγιος;

  λάγιος -α -ο : γκρίζος, με μαύρο τρίχωμα, κυρίως για πρόβατα: Λάγιο αρνί. Πηγή: Λεξικό Κοινής Νεοελληνικής…