Εγγραφείτε στο Newsletter

Οικοσελίδα »  » ΚΛΙΚ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ » ΛΕΞΗ ΗΜΕΡΑΣ

Τί σημαίνει ‘ραδιουργία’;

Τί σημαίνει ‘ραδιουργία’;

ραδιουργία η [raδiurjía] (συνήθ. πληθ.) : η ενέργεια του ραδιούργου, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δόλιων και ύπουλων τεχνασμάτων· δολοπλοκία, μηχανορραφία, ίντριγκα, πλεκτάνη: Πολιτικές ραδιουργίες. Aποκάλυψαν στο λαό τις ραδιουργίες…

Τί σημαίνει ‘παϊτόνι’;

Τί σημαίνει ‘παϊτόνι’;

παϊτόνι το [paitóni] & παετόνι το [paetóni] : είδος επιβατικής άμαξας (παλαιότερης εποχής) με τέσσερις τροχούς και ένα άλογο. [αντδ. < τουρκ. (διαλεκτ.) payton -ι < fayton < γαλλ. phaéton…

Τί σημαίνει ‘οικόσημο’;

Τί σημαίνει ‘οικόσημο’;

οικόσημο το [ikósimo] : το διακριτικό σήμα ιδίως παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας· (πρβ. θυρεός): Σφραγίδα / δαχτυλίδι με το ~ της οικογένειας. Ένα ~ χαραγμένο στην πόρτα του πύργου. [λόγ. οικο-…

Τί σημαίνει ‘τακίμι’;

Τί σημαίνει ‘τακίμι’;

τακίμι το [takími] : (λαϊκ.) ταίρι, συνήθ. στην έκφραση γίναμε τακίμια, ταιριάσαμε, γίναμε κολλητοί φίλοι. [τουρκ. takιm -ι] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘σάλεμα’;

Τί σημαίνει ‘σάλεμα’;

σάλεμα το [sálema]: (λογοτ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαλεύω. 1. ελαφρά μετακίνηση, μετατόπιση μέσα σε πολύ περιορισμένο χώ ρο: Tο ~ των φύλλων. Ενός πουλιού το ~. 2.…

Τί σημαίνει ‘ραδιοσκόπηση’;

Τί σημαίνει ‘ραδιοσκόπηση’;

ραδιοσκόπηση η [raδioskópisi] : ακτινοσκόπηση. [λόγ. ραδιο- 1 + -σκόπη(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. radioscopie] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής    …

Τί σημαίνει ‘παινεσιά’;

Τί σημαίνει ‘παινεσιά’;

παινεσιά η [penesxá]: (προφ.) το να παινεύει ή να παινεύεται κάποιος· έπαινος ή καυχησιολογία: Άσε τις παινεσιές. [παινεσ- (παινώ) -ιά] Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής  …

Τί σημαίνει ‘οικονομησιά’

Τί σημαίνει ‘οικονομησιά’

οικονομησιά η [ikonomisxá] & κονομησιά η [konomisxá]: (λαϊκ.) απόκτηση σχετικά μεγάλου χρηματικού ποσού. [οικονομησ- (οικονομώ) -ιά· αποβ. του αρχικού άτ. φων. κατά το οικονομώ > κονομάω] Πηγή: Λεξικό της Κοινής…

Τί σημαίνει ‘τάκα τάκα’;

Τί σημαίνει ‘τάκα τάκα’;

τάκα τάκα [táka táka] επίρρ. χρον. : (οικ.) αμέσως, γρήγορα γρήγορα: Θα τελειώσουμε ~ / στο ~· ΣYN ΦΡ στο άψε σβήσε· στο πι και φι· στα γρήγορα. [ίσως ιταλ.…

Τί σημαίνει ‘σαλαμούρα’;

Τί σημαίνει ‘σαλαμούρα’;

σαλαμούρα η [salamúra]: (προφ.) άρμη για τη συντήρηση διάφορων τροφίμων. || χαρακτηρισμός πολύ αλμυρού φαγητού: ~ το ΄κανες το φαΐ! [παλ. ιταλ. ή βεν. salamora ( [o > u] από…